Τάκης Παπαδόπουλος, από τη Θεσσαλονίκη, στο Κουκάκι, στη Μύκονο

Aχ βρε Τάκη!
Που να σε ψάξω τώρα. Σε ποια Μπάγκα, ποιανού Παράδεισου.
Εσένα που ήσουνα άπιαστο πουλί και υπήρξες μόνο για να δίνεις,
να μοιράζεσαι χαρά και γνώση! Να ‘ναι ανοιχτές οι θάλασσες,
με ωραία χρώματα οι ουρανοί, αφράτα, γόνιμα,
πλούσια κι ελαφριά τα χώματα στη νέα σου γειτονιά.


Για τον φίλο Τάκη, τον φούρναρη ευγενικών αισθημάτων, έλαχε σε μένα ο κλήρος στον Γαστρονόμο να γράψω δυο λόγια.

«Ο Τάκης ήταν ένας μερακλής της γεύσης, ένας άνθρωπος-όαση, ένας μύθος»

Εικονογράφηση: Φίλιππος Αβραμίδης Εικονογράφηση: Φίλιππος Αβραμίδης 16 ΜΑΡΤΙΟΥ 2021 – 14:50

Κείμενο: Δημήτρης Ρουσουνέλος

Φωτογραφία: Δημήτρης Βλάικος, Κατερίνα Καμπίτη, Κανάρης Τσίγκανος

 Μικρός αποχαιρετισμός για έναν μεγάλο φούρναρη της χώρας.
Από τον Δημήτρη Ρουσουνέλο.

Ποιος πιστεύει έναν φούρναρη που φεύγει ξημερώματα Καθαράς Δευτέρας, όταν η γειτονιά μοσχοβολά από τις φρεσκοψημένες του λαγάνες; Κανείς!

Κι όμως, έφυγε ο Τάκης σε μια ώριμη νεότητα, μόλις 73 ετών. Με μια διάθεση ανθρώπου ο οποίος έχει κάνει τον κύκλο του και αποσύρεται -που δεν αποσύρθηκε ποτέ ουσιαστικά- μακριά από τις άμεσες σκοτούρες της δουλειάς, για να απολαύσει αυτά που στη ζωή του έδιναν ιδιαίτερη χαρά. Έφυγε και ήταν σαν να μας κάνει ένα ακόμα από τα αστεία του. Βρε τον μπαγάσα! Το κτίριο της γωνίας των οδών Μισαραλιώτου 14 και Ζήτρου, κάτω από την Ακρόπολη, στο Κουκάκι, προβάλλει σαν πλώρη καραβιού που προσπαθεί να βρει διέξοδο ανάμεσα στους λόφους Φιλοπάππου και Ακρόπολης για το λιμάνι του Πειραιά. Το καράβι που ταξιδεύει από το 1971, δίχως αλλαγή πορείας, το λένε «Τάκης – Αρτοποιότης». Είναι ένας φούρνος από αυτούς που στην οικογένειά μου συνηθίζουμε να αποκαλούμε «προκομένους». Που κάνουν πολλά πράγματα και τα κάνουν καλά. Που σε τραβάνε στο εσωτερικό τους ήδη από τη μυρωδιά που αναδύεται καθημερινά στην ευρύτερη γειτονιά. Τα ταξίδια τους είναι ταξίδια νόστιμα, του νόστου σε κάποιες άλλες εποχές και στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Ο ίδιος ο Τάκης, ήταν ένας άνθρωπος που θαρρείς βγήκε από Ελληνική ταινία του ’60. Ήταν! Πόσο βαριά καμιά φορά τα ρήματα στον Αόριστό τους. Κι όμως, μέσα σε αυτή την απόλυτη θλίψη που συγκλόνισε όποιον τον γνώριζε, επεφύλαξε για τους φίλους του, για τους δικούς του ανθρώπους, μια τελευταία πράξη που αναδεικνύει και στοιχεία της προσωπικότητάς του. Ο Τάκης, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στην οικογένεια και στην εργασία, συνήθιζε να λέει: «τίποτα δεν έχει αξία αν είσαι μόνος σου». Ήταν πάντα ένας άνθρωπος της παρέας και της χαράς. Και για τα δυο φρόντιζε ως τα τελευταία του και είχε έναν μοναδικό τρόπο, σχεδόν χαρισματικό να το πετυχαίνει.

Στο φευγιό του τη φετινή Καθαρά Δευτέρα, κανονικά ο σκηνοθέτης της ζωής του -ένας Σακελλάριος τουλάχιστον- έπρεπε να πει: – Τάκη, βγαίνεις… πάμε άλλη μια φορά σκηνή «Λαγάνα». Κλακέτα…

Οι γιοι του Θοδωρής και Αρτέμης μαζί με τη μητέρα τους Άννα αποφάσισαν ξημερώματα Καθαράς Δευτέρας να προσφέρουν όλες τις λαγάνες που είχαν ήδη παράξει, στον κόσμο που υπομονετικά κάθε χρόνο τέτοια μέρα, σε μια ατελείωτη ουρά έξω από τον φούρνο, έσπευδε να τις προμηθευτεί. Και ήταν αυτό ένα από τα πιο συγκλονιστικά αγγελτήρια θανάτου: «Ο αγαπημένος μας Τάκης απεβίωσε προ ολίγου, ξημερώματα Καθαρής Δευτέρας. Οι λαγάνες που έχουν ήδη βγει θα δοθούν δωρεάν και κατόπιν το κατάστημα θα κλείσει για σήμερα. Ευχαριστούμε πολύ για την κατανόηση, θα επιστρέψουμε με δύναμη και την ευχή του».

Λίγα λόγια για το έργο του

Ο Θοδωρής Παπαδόπουλος, πατέρας του Τάκη με καταγωγή από την Πόλη, κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα σε μια εποχή που πίστεψε ότι αυτά που επί χρόνια έφτιαχναν και άρεσαν στους Θεσσαλονικείς θα είχαν ενδιαφέρον και για το Αθηναϊκό κοινό. Πρώτος σταθμός, 1961, η οδός Αδριανού σε φούρνο που δούλεψαν για μια δεκαετία σαν ενοικιαστές. Εκεί στην ουσία πρωτοψήθηκαν τα πραγματικά κουλούρια Θεσσαλονίκης, σιμίτια τραγανά, κρατσανιστά απ’ έξω και στο εσωτερικό τους αφράτα και μυρωδάτα. Δεν είναι τυχαίο ότι διατηρούν ακόμα, ανάμεσα στα άλλα και μια παλιά, σπάνια, άδεια «Σιμιτοπωλείου».


Τα αυθεντικά κουλούρια Θεσσαλονίκης του Τάκη, τραγανά, κρατσανιστά απ’ έξω και στο εσωτερικό τους αφράτα και μυρωδάτα.

Το 1971 ο επιτυχημένος ήδη φούρνος μεταφέρεται σε ιδιόκτητο χώρο στο 14 της οδού Μισαραλιώτου και έκτοτε το ανήσυχο πνεύμα του Τάκη αναλαμβάνει σιγά σιγά ακόμα ενεργότερη δράση. Εκεί στο Κουκάκι το σενάριο της ζωής έγραφε πως θα γνωρίσει την Άννα Σιγάλα, μια όμορφη Μυκονιάτισσα. Όπερ και εγένετο. Η Άννα έχει χάσει πρόωρα τον πατέρα της. Η μητέρα της έχει πάρει τα δυο της παιδιά και εργάζεται για να τα βγάλει πέρα, θυρωρός σε πολυκατοικία, στην ίδια γειτονιά. Το ειδύλλιο δεν άργησε να πλεχτεί και ο Θεσσαλονικιός φέρελπις φούρναρης, μαζί με τις γεύσεις της Πόλης και της Βόρειας Ελλάδας, εντρυφεί με έναν τρόπο που ποτέ δεν έπαψε να είναι ερωτικός, στην Κυκλαδίτικη παράδοση. Έκτοτε ο φούρνος περνά σε μια περίοδο ακόμα πιο δημιουργική, τα Χριστόψωμα και οι Πασχαλιάτικες κουλούρες, έρχονται και δένουν με τα τσουρέκια, τα σμυρναίικα κουλούρια και τα σιμίτια…

 
Αυθεντικές γεύσεις, υπέροχα ψωμιά.

Παράλληλα ταξιδεύει στο εξωτερικό, επισκέπτεται ειδικές επαγγελματικές εκθέσεις στη Γαλλία και στη Γερμανία. Νέα μηχανήματα, νέες γεύσεις, νέες προτάσεις. Ο φούρνος βγαίνει στην πρωτοπορία της Αθηναϊκής πραγματικότητας. Όταν στη σκηνή μπαίνουν τα δυο παιδιά ο Θοδωρής και ο Αρτέμης, τότε ο «Φούρνος του Τάκη» με την συνεπικουρία τους εκσυγχρονίζεται σταδιακά και μια νέα περίοδος ανατέλλει. Το δέσιμο του παλιού με το σύγχρονο, τα γνήσια υλικά, η ποιότητα των αλεύρων, η παντελής απουσία έτοιμων μειγμάτων, η τεράστια ποικιλία και η σταθερά ζεστή αγάπη και εκτίμηση ενός κοινού το οποίο λειτουργεί πολλαπλασιαστικά σαν ζυμάρι που φουσκώνει με τον χρόνο του, δημιουργούν έναν σύγχρονο μύθο. Δεν είναι τυχαίο που ασχολήθηκαν με το φευγιό του Τάκη άμεσα, από την πρώτη κιόλας ώρα, όλα τα μεγάλα ελληνικά ειδησεογραφικά site και στις περισσότερες αναφορές για τον ίδιο ή για τον φούρνο του υπάρχουν οι λέξεις «θρύλος» και «θρυλικός».


Τι ψωμί να πρωτοδιαλέξει κανείς; Τις γαλλικές μπαγκέτες, το πολύσπορο, το καμπαγιού (χωριάτικο ψωμί γαλλικής εμπνεύσεως, από αλεύρι σταρένιο, βύνη και σίκαλη, με προζύμι σίκαλης) , το καλαμποκόψωμό του, το απίθανο προζυμένιο του;

Προσωπικά τον γνώρισα τυχαία στον Γιαλό της Μυκόνου. Αφορμή μια παλαμίδα, στην Πάγκα των Ψαράδων. Ανταλλάξαμε τεχνικές. Σύντομα σταμάτησα να μιλώ. Άκουγα μόνο! Γνώρισα έναν άνθρωπο μερακλή της γεύσης. Που γνώριζε καλά το ψάρι και τη διαχείρισή του. Πού είχε πάντα στην παρέα του την πιο πλούσια σε ποικιλία φροντίδα για μεζέ. Το ποιος είναι το έμαθα πολύ αργότερα κι ας είχα ως τότε ακούσει για το όνομά του και τη φήμη του πολλά.

Την Τετάρτη 17 του Μάρτη ο Τάκης θα μπεί στο πλοίο της γραμμής. Αυτή τη φορά όχι με τη βέσπα του. Τα κύματα θα του εύχονται να περνά καλά εκεί πάνω. Θα είναι το τελευταίο του ταξίδι στη θάλασσα του Αιγαίου που αγάπησε. Επιθυμία του ήταν οι τίτλοι τέλους να γραφτούν στο κοιμητήριο του Οσίου Λουκά στη Χώρα της Μυκόνου.

Το καράβι θα συνεχίσει να ταξιδεύει. Θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι-οάσεις σαν τον Τάκη. Θα δημιουργούν μύθους αποσυμπίεσης, σε καιρούς χαλεπούς, επιβεβαιώνοντας πως η Ελλάδα μπορεί και να μη σε πληγώνει. Πάντα θα υπάρχουν!


Παλαιά φωτογραφία του Τάκη με τον γιο του Αρτέμη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s