Μνήμες, Σαλί Μπαχλί. «Δεν μπορείτε να μας το στερήσετε αυτό το ταξίδι…»

Sali Bahli Eva Nikiforou Mykonos
Το κείμενο του Νίκου Κουσαθανά, είναι ένα ακόμα «Χρονογράφημα σαν παραμύθι», που διαβάστηκε από την Εύα Νικηφόρου στην εκδήλωση της Λέσχης Γαστρονομίας Μυκόνου με αφορμή την εικαστική εγκατάσταση: «Au bord de l’ eau» του Βασίλη Καβουρίδη την Δευτέρα 23.9.19 αίθριο πίσω από το πάλαι ποτέ Σαλί Μπαχλί στο Παλιό Λιμάνι της Μυκόνου.


Για το Σαλί Μπαχλί…… γενικώς.

Αφιερωμένο στον κουμπάρο μου Δ.Ρ, που μου το ζήτησε.

Εκεί στην άκρη του καινούργιου μόλου το Σαλί Μπαχλί. Ναι, εκείνο το εγκαταλειμμένο κτίριο, που πιο παλιά το λέγανε «Σπιτάλια»,  παραφθορά του “hospital” (νοσοκομείο), που μαζί με τα «μαγαζιά1» της Ρήνειας, αποτελέσανε τα λοιμοκαθαρτήρια της Μυκόνου και της ευρύτερης περιοχής.

Προσέγγιζε λοιπόν, το καράβι ή καΐκι στο λιμάνι και αν είχε κάποιον άρρωστο στο πλήρωμα του, έπρεπε να μείνει «καραντίνα», στα «Σπιτάλια» υψώνοντας μια κίτρινη σημαία στο μεσιανό κατάρτι του.

Μπορούσε να παραμείνει επί πολύ καιρό, αρόδου2 το πλοίο.

Θεέ μου, εκείνος ο Σκιαθίτης, πόσα έχει να μας ομολογήσει στον «Βαρδιάνο στα Σπόρκα»,3 όπως λένε στο νησί του, τα αντίστοιχα «Σπιτάλια» (λοιμοκαθαρτήρια). Μα, εκείνος ήταν ο Παπαδιαμάντης, ο «άγιος» των ελληνικών γραμμάτων και ποιος να βγει μπροστά του;

Κλαίω και οδύρομαι, που τα παιδιά (τα περισσότερα) σήμερα, δεν μπορούν να απολαύσουν την Μαγεία του.

Στο θέμα μας τώρα…

Στις μαύρες μέρες της Κατοχής, μια παρέα μετεφηβικής ηλικίας στη Μύκονο και ειδικά οι πιο γραμματιζούμενοι, οι Αθηναιο-μυκονιάτες ας πούμε, μαζευόταν και κουρνιάζανε στα «Σπιτάλια», σε αυτό το εξαιρετικό κτίριο, το μοναδικό, που δικαιολογούσε αυτά τα τόξα εξωτερικά στην πρόσοψη του, ένα κάτασπρο περιστέρι στις φωτογραφίες. Εκεί λοιπόν, διαβάζανε, ένα αραβικό παραμύθι, το «Σαλί  Μπαγλί». Ο πατέρας μου το έχει ιστορίσει αυτό. Σκέψου τώρα, να μαζεύονται παρέες και να διαβάζουν παραμύθια.

Τίνος ήτανε το παραμύθι; Ποιό το σενάριο; Ποιός  θα μας το πεί;

Τι αντίσταση στο χρόνο, τι αντίσταση στη μιζέρια, τι αντίσταση σε εκείνη τη μαύρη εποχή; Παραμύθια λέγανε. Αλλά μαζί με αυτά, λέγανε και ότι:

«εμείς είμαστε εδώ, ζούμε, αναπνέουμε, ελπίζουμε και διαβάζοντας ένα αραβικό παραμύθι, ταξιδεύουμε. Δεν μπορείτε να μας το στερήσετε αυτό το ταξίδι. Αυτό δεν είναι ψωμί»

Η μοίρα των ανθρώπων.

Άλλοι φύγανε για τη Μέση Ανατολή, άλλοι χαθήκανε «προχωρώντας στα σκοτεινά4» και άλλοι μείνανε εδώ, να κυνηγήσουν καταπόδας, το πεπρωμένο τους.

Μετά την Κατοχή, το κτίριο, έγινε καφενείο και υποτυπώδες ουζερί – τότε βλέπεις οι Έλληνες δεν πίνανε τόσο τσίπουρο – περισσότερο ουζάκι πίνανε.

Ο Νικόλας ο Κιούκας, καλός  χταποδάς και άνθρωπος, πριν αναχωρήσει, προς το δικό του Καμνάκι, όπου άνοιξε ένα παρόμοιο μαγαζάκι, συνεταιρίστηκε με τον Δημήτρη τον Μαδούπα, γιο του Φρατζέσκου (αδικοχαμένος αυτός, στην αγκαλιά μιας άγριας θάλασσας, που δεν είναι πάντα μάνα).

Τότε πρέπει να ήτανε γύρω στο 1955-58, το βράδυ γίνονταν  μπουζουξίδικο  και έπαιζε ένας Συριανός, φράγκος. Να δεις, πώς τόνε λέγανε;

Α! Ναι, Μάρκο Βαμβακάρη.
Όλο το βράδυ έπαιζε και το πρωί, ήταν στο καφενείο του Κωστή. Παρέα ο πεθερός του καφετζή, Συριανός στο επώνυμο και με πολυετή παραμονή στη Σύρα, πράγμα που τον έκανε να τον αισθάνεται συμπατριώτη του.  Το παράπονό του για κάτι πελάτες που καμία φορά, του πετούσανε δίφραγκα, για να παίζει, σα ‘νατανε  αρκουδιάρης.

Πόσο μ’ αρέσει  η ιστορία, που μου διηγήθηκε ο μπάρμπας μου, ο Νίκος, ο φουρνάρης (του Γιώρα γιός κι αδερφός της μάνας μου), καλή του ώρα.

Ο μπάρμπας παντρεύτηκε μικρός, θαρρώ στα 18 του, παρά τις αντιρρήσεις της λαλάς της Βασιλικώς. Τελικά, η λαλά έδωκε την ευκή της και πήρε τη Φανή, που την αγάπησε και τον αγάπησε μέχρι «που ‘φυγε» (η Φανή), σχετικά νωρίς.

Τι έχει ζήσει τότε ένα παιδί 18 χρόνων; Κάποιοι φίλοι του, τον πήραν μια βραδιά, να κάμει «κοφινίδα5»  και τον πήγανε στο Σαλί Μπαχλί. Να ξεδώσει λιάκι!!!

Ο μπάρμπας στον ήχο του μπουζουκιού του Μάρκου, συγκλονίστηκε.
Ο Μάρκος  έπαιζε «ήθελα να σ’ αντάμωνα, να σου ‘λεγα καμπόσα…» και ο μπάρμπας στυφό αντράκι, ζόρικο, γνήσια Μπαμπακουριά,  χόρευε «λαδώνοντας» τα όργανα, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Η Φανή, όσο προχώραγε η νύχτα και δεν ερχότανε, τόσο τη  «ζώνανε τα φίδια».
Ποιος να πιάσει το προζύμι; Ποιος να ανάψει το φούρνο; Ποιος να  φουρνοπαλαμίσει;
Η ώρα καμωνότανε και ο μπάρμπας πουθενά.
Τι να κάνει; Πήγε η Φανή στον Ζουγάνε, μες στην άγρια νύχτα, υπεύθυνο  μηχανικό,  της Ηλεκτρικής Εταιρείας6 κι αδελφό του Ζουγανελακιού, που ήτανε και ο  ιδιοκτήτης (της εταιρείας).

– Ζουγάνε, κάμε μου τη χάρη…
– Δε γίνεται Φανή μου, σ’ αγαπώ , σ’ εκτιμώ, αλλά δε γίνεται…
– Κάμε το, Ζουγάνε και θα σου είμαι υπόχρεη, για μια ζωή.

Ξεκίνησε λοιπόν, ο Ζουγάνες να πάει στη Λίμνη που ήτανε η Ηλεκτρική.

«Θα ‘θελα να σ’ αντάμωνα να σού ’λεγ… !!!

-«Μάγκες, κόπηκε το ρέμα», λέει ο Μάρκος, «θα περιμένουμε λιγάκι, μπας κι έρθει».

Το ρεύμα δεν ήρθε ξανά, εκείνο το  βράδυ. Ο Ζουγάνες είχε κατεβάσει τον διακόπτη. Είχε συσκοτίσει τη Μύκονο όλη.

Ο θείος κατάλαβε αμέσως. Γύρισε σπίτι…

– Εσύ τα ‘καμες!
– Εγώ με τίποτα, Νίκο μου, πώς να τα κάμω; Εγώ δε ξέρω τίβοτας…
– Εγώ είμαι σίγουρος!
Μετά από χρόνια, του το ομολόγησε.

Ο μπάρμπας ήταν γλυκός  πια, σαν «χωνάκι» του Κονταρίνη και λείος σαν θαλασσόγυαλο, δεν υπήρχε κοφτερή άκρια… Την είχε ήδη συγχωρέσει.

Σκέψου τώρα, στη σημερινή Μύκονο της  φωτοχυσίας, της σπατάλης, της… να μην γράψω τίποτα παραπάνω, μια Φανή να βάνει ένα Ζουγάνε, να σκοτεινιάσει  τη Μύκονο, για να σταματήξει ένα Νίκο, να χορεύει το «θα ‘θελα να σ’ αντάμωνα να σου ‘λεγα κάμποσα»

Όταν τελείωνε η σεζόν, τα σπάγανε, όλα μα όλα.  Δεν έμενε κάθισμα, δεν έμεναν  πιατικά, ποτήρια ή μπουκάλια. Το έθιμο διατηρήθηκε και με τους επόμενους τραγουδιστές και τραγουδίστριες τις επιλεγόμενες και  «μπουλντόζες7». Εμείς παιδιά πηγαίναμε και περιδιαβαίναμε στον τόπο της καταστροφής, με εκείνη την κρυφή χαρά, που έχουνε τα παιδιά στις μαζικές, υλικές καταστροφές. Προσέχαμε πάντως, να μην πατήσουμε και καμιά χάντρα8.

Όταν πέρασε η «μπουζουκική» περίοδος, το Σαλί Μπαχλί , εγκαταλείφθηκε στην τύχη του. Ένα μικρό διάστημα, είχε μία δεξαμενή πετρελαίου, από τον Κυριάκο, τον Καγιάφα, για ανεφοδιασμό, κυρίως των θαλαμηγών της εποχής.

Κατά το 1982, βγήκε σε πλειστηριασμό και μειοδότησε ο Χαριτάκης, που «έλαχε» πάνω στην απαγόρευση λειτουργίας των νυχτερινών κέντρων, μετά τις δύο τα μεσάνυχτα. Το όνομά του τώρα Γιώτιν(γκ) κλάμπ. Λειτουργούσε ολονυχτίς και γινόταν «το σώσε», πρώτη φορά και για κείνο το μαγαζί, άκουσα την έκφραση «εκεί γίνεται χαμός9». Πουλούσε κυρίως μακαρονάδες.

Μετά, με το πρόσχημα του παραλιμένιου  μαγαζιού ανοίξανε κι άλλοι,  με μακαρονάδες κι έτρεχε ο νυκτόβιος παντού, να φάει ζυμαρικά, λες κι ήτανε όλοι απ’ τη  Νάπολι. Σιγά σιγά λιγόστεψαν, οι νυχτερινοί πεινασμένοι, μέχρι που ήρθη ο νόμος, για να επανέλθει, αργότερα επί  Παπαθεμελή, αλλά οι μεγάλες δόξες είχανε παρέλθει ήδη .

Εμείς όμως, είχαμε προλάβει ν’αγαπήσουμε και το Γιώτ Κλαμπ. Ένα μαγαζί εποχής, που στέγαζε τα χαζοξενύχτια  μας και τα γαμπριλίκια μας, το ξεχνάς εύκολα;

Με το χρόνο έμεινε ένα καφενείο απλό, για τους επιβάτες. Θύμιζε εκείνα τα θλιβερά πειραιώτικα καφενεία, όπου ξενυχτάγαμε στην ακτή Ξαβερίου, παιδιά, πίνοντας καυτό κακάο, όταν περιμέναμε με λαχτάρα, ολονυχτίς, μες στο καταχείμωνο κα’να συγγενή θαλασσοδαρμένο, από τη Μύκονο που ερχότανε στον Περαία «για τις γιατροί».

Μετά εγκαταλείφθηκε. Κάτι παλιές φωτογραφίες, μας το θυμίζανε κι η άκρια του μόλου, πάντα, που ήταν η κατάληξη της βόλτας μας, κι ακόμα είναι. Το Σαλί Μπαχλί ζωντάνευε στο μυαλό μας, μέχρι την οριστική του αλλοίωση και τις τεράστιες φωτογραφίες, που το κάλυψαν.

Στον αγέρα του, ακόμα ακούγεται  ένας αφηγητής, που με στόμφο απαγγέλλει ένα αραβικό παραμύθι, υπό το φεγγαρόφως και το φόβο του κατακτητή, γιατί απαγορεύονται οι νυχτερινές συγκεντρώσεις. Ύστερα ο Κιούκας να μας λέει «μην ψαρεύετε στα Σφαγεία, γιατί είδα ένα σκύλο10, που μαζεύεται από το αίμα των σφαχτών». Εγώ να τον πιστεύω και ο φίλος μου ο Νίκος να λέει στο αυτί μου «Ρε, τα λέει, για να μην του χαλάμε τα θαλάμια» και σε λίγο εκείνο το «ήθελα να σ’αντάμωνα να σου λεγα κάμποσα…» ενός Συριανού μπουζουξή, που αυθόρμητα έρχεται στα χείλια μας.

Και όλα αυτά «πάνθ’ υπό μίαν Μύκονο».

Λες να είναι ακόμα μία από τις τρύπες, που είναι κρυμμένη η ψυχή αυτού του νησιού, κυρά Μέλπω;
Και ο μπάρμπας, τσαρουχικός ναύτης, με μπελαμάνα11, κολλαρίνα12 και λιγαδούρα13, κορδέλα περασμένη απ’ τις τρύπες μπαρμπα-ναύτικα στο μαύρο το καπέλο, που γράφει απάνω  Β.Π. ΝΑΥΚΡΑΤΟΥΣΑ, να χορεύει βαριά-βαριά ζεϊμπέκικο κι ας είχε απολυθεί, από  καιρό.

4/7/2019

Νίκος Γεωργίου Κουσαθανάς
Φαρμακοποιός

Sali-Bahli-poster-Mykonos-l
Σημειώσεις:

1)Μαγαζιά:  Τα ερειπωμένα κτίρια, στου «Κάσαρη» της Ρήνειας.

2) Αρόδου : Αγκυροβολημένο έξω από το λιμάνι

3)Βαρδιανός στα Σπόρκα : Από τα ωραιότερα διηγήματα του Α. Παπαδιαμάντη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» σε συνέχειες, από  14/8/1893 ως 5/9/1893.

4)«Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά». Στίχος του Γ. Σεφέρη από τον «Τελευταίο Σταθμό» 5/10/1944»

5)Κοφινίδα : Σκασιαρχείο, κοπάνα.

6)Πριν τη ΔΕΗ η Μύκονος, ηλεκτροδοτείτο  από ιδιώτη (  Κωνσταντάκη  Ζουγανέλη)

7)Μπουλντόζες:  Κατ’ευφημισμόν,οι β’ κατηγορίας τραγουδίστριες, που ήτανε και σχετικώς υπέρβαρες.

8)Χάντρα : Κομμάτι μικρού κοφτερού γυαλιού.

9)Από το Γιάννη του Ντεμένεου, τ’ άκουσα.

10)Εννοεί σκυλόψαρο.

11)Μπελαμάνα:  Η φανέλα  του ναύτη με τη μπλέ λαιμόκοψη.

12)Κολλαρίνα: Ο μεγάλος μπλε γιακάς που πέφτει, σαν σημαία στην πλάτη.

13)Λιγαδούρα : Το κορδόνι, στο λαιμό και «αγχόνη», λεγόμενο. Θα το χρησιμοποιήσει, ο ναύτης για  ν’αυτοκτονήσει, σε περίπτωση αιχμαλωσίας. (Λέμε τώρα).

Νίκος Κ.
Θερμά ευχαριστώ, το Μανόλη Φραγκίσκου (1949 -) για τις χρήσιμες πληροφορίες του.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s