Φυσάει ένας …άνεμος ωραίος, στη Μύκονο

Παρουσίαση του βιβλίου της
Όλγας Νικολαϊδου: «άνεμος ωραίος»
Μύκονος 20 Οκτωβρίου 2018

Anemos Oreos Nikolaidou Olga Photo Rousounelos Dimitris

Η καρδιά έχει νόστο

“…«Τι είναι Διάβολος, γιαγιά;»
«Αυτό, που ούτε στο στόμα σου δεν πρέπει να το βάζεις!»
Έτσι, για πολλά χρόνια, η Λυδία πίστευε ότι ο διάβολος είναι φαγητό…”[i]

Ξεκινώ με αυτή τη φράση της σελίδας 82 που πιθανόν και να εξηγεί γιατί ένας αυτοαποκαλούμενος «γευσιθήρας», είπε αυθόρμητα Ναι, όταν του ζητήθηκε να πει δυο λόγια για ένα βιβλίο λογοτεχνίας.
Αυτές οι διαβολικές γεύσεις, είτε έρχονται στη γούλα μας ύστερα από ένα μακρύ ταξίδι και πια τις αποκαλούμε παραδοσιακές, είτε πρωτοεμφανίζονται στην τάβλα μας ντυμένες με το μυστήριο του αγνώστου και υφίστανται την αποδοχή ή την κριτική μας στάση, μοιάζουν με λέξεις και φράσεις που τελικά καταλήγουν να γίνουν βιβλίο.
Γιατί τί άλλο μοιάζει ένα καλό βιβλίο παρά με ένα καλομαγειρεμένο φαγητό που απολαμβάνουμε με όλες μας τις αισθήσεις; Και είναι φορές, τις πιο κορυφαίες, που για ένα απολαυστικό γεύμα παρεμβαίνει και το συναίσθημα!
Η ευχαρίστηση που ντύνει την ψυχή μας άλλοτε μπορεί να μοιάζει με μια θάλασσα σαν του Ορνού, κατάσπαρτη στη διάφανη επιφάνειά της με γιασεμιά κι άλλοτε να εκφράζεται ως λύπη που “…είναι ο άλλος τρόπος να γράφουμε γι’ αυτό που μας λείπει”.
“Όπου υπάρχει λύπη, πάντα κάτι λείπει”[ii] αποφαίνεται η συγγραφέας κι αυτά τα κενά καλούμαστε μέσα από εσωτερικές διαδρομές, είτε γράφοντας, είτε διαβάζοντας να γεμίσουμε.

Φέτος το καλοκαίρι είχα την τύχη να διαβάσω δυο βιβλία που δίνουν μεγάλο βάρος στις λέξεις, στην κάθε λέξη, το καθένα με τον δικό του τρόπο:
Το ένα ήταν «Η πρώτη λέξη», του Βασίλη Αλεξάκη, ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 2011 και το άλλο ήταν ετούτο ‘δω με το λαμπερό και φωτεινό εξώφυλλο που κοσμείται από φωτογραφία της Πανωραίας Γαλατά.
Το βιβλίο του Αλεξάκη διατρέχουν «…λέξεις που ταξιδεύουν, που κάνουν τον γύρο του κόσμου και που κανείς πια δεν τις αναγνωρίζει όταν επιστρέφουν στην πατρίδα τους…»*
Το βιβλίο της Όλγας Νικολαΐδου, ο «άνεμος ωραίος» διατρέχει από το άλφα ως το ωμέγα το ελληνικό αλφάβητο και αναζητά την ουσία των λέξεων. Δίνει δηλαδή στη λέξη σαν οντότητα, το ειδικό βάρος, την αυταξία που της πρέπει.
“…Μπορούμε να σκεφτούμε χωρίς λέξεις; Ο νους του ανθρώπου , χωρίς λέξεις, μπορεί να ζήσει;” αναρωτιέται η Λυδία και μοιάζει εδώ η συγγραφέας να συναντά την Μέλπω: «όταν ξεχνάς τις λέξεις, είναι το γήρας: ένα-ένα τα όργανά σου σε αποχαιρετούν. Πέφτουν σε αποσύνθεση. Λησμόνησες τις λέξεις, τις έχασες…»**

Η Λυδία μιλά για να τ’ ακούει.
Να ακούει αυτά που λέει.
Γράφει για να ακούει τη σκέψη της κι ενδεχομένως να μοιραστεί τα γραφόμενά της με τον αναγνώστη.
Ο πιο αφοσιωμένος πάντως αναγνώστης της είναι ο ίδιος της ο εαυτός.
Σα να χρώσταγε να μοιραστεί πράγματα. Πράγματα που δεν μπορούσε να μοιραστεί μέσα από το περιχαρακωμένο κείμενο ενός θεατρικού έργου στο σανίδι.
Η Λυδία και κατ’ επέκταση η Όλγα, στο «άνεμος ωραίος», φαίνεται πως υποδύεται τον εαυτό της. Κομμάτια μάλλον του εαυτού της. Κομμάτια πολλών ακόμα εαυτών ίσως…
Η συγγραφέας απεκδύεται τον εαυτό της. Γι αυτό και τον μοιράζεται. Να ελαφρύνει το βάρος.
Στον πρώτο αυτό ρόλο αυτοεξιστόρισης, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουμε ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, μας πείθει πως έτσι έχουν τα πράγματα.
Έτσι ακριβώς!
Γιατί η Όλγα είναι ηθοποιός!

Εμείς όμως έχουμε την Όλγα εδώ μπροστά μας.
Εδώ πλάι μου.
Κυκλοφορεί ανάμεσά μας όπως παλιά. Σαν έρχεται στο νησί μένει στο σπίτι της γιαγιάς της. Να εδώ στην ίδια γειτονιά. Στην Πανάχρα… του παπα-Γιώρη, του παπ’-Αντώνη…
Πέρασαν κιόλας τόσοι παπάδες… τόσα χρόνια, τόσα καλοκαίρια, τόσα διαβάσματα, τόσα ταξίδια, τόση ομορφιά και τόσο ζόρι…
Μεγαλώνουμε. Είναι ωραίο που μεγαλώνουμε. Είναι ωραίο που έχουμε πράγματα να ιστορηθούμε.
Είναι ωραίο που έχουμε καρπούς συγγραφικούς και δημιουργίες από παιδιά του τόπου μας.
Και η Όλγα είναι του τόπου μας.
Όχι γιατί πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, ο τόπος των παππούδων και των γιαγιάδων μας, αλλά  γιατί αισθάνεται έτσι κι έτσι με αυτό το πνεύμα εξιστορεί τον άνεμο ωραίο που τυλίγει την ηρωίδα της.

Ηθοποιός, ηρωίδα, ηλικία… φτάσαμε κιόλας στο «ήτα»
Ηλικία. Ο καταμετρητής της ζωής μας. Ή μήπως των όσων έχουμε ζήσει; “Είμαστε αυτά που έχουμε ζήσει. Είμαστε και αυτά που δεν έχομε ζήσει. Από επιλογή!”[iii]
Έχω την αίσθηση ότι η Λυδία ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα κι έκανε τις επιλογές της. Γι’ αυτές τις επιλογές ζωής οι διαρκείς άμυνές μας γι’ αυτές και το χτίσιμο της φωλιάς μας ιδίοις αναλώμασι με σάλιο, χώμα και κουσουλάκια, σαν τα κολινάκια, σαν τα περιστέρια.
Ο καθένας… η καθεμιά μας κι ένας περιστεριώνας…

Η Όλγα Νικολαΐδου έχει χιούμορ. Η γραφή της είναι φορές ενταγμένη σε μια αλληλουχία λογικών σκέψεων που μας οδηγούν σε αδιέξοδο. Μόνη διέξοδος το καταλυτικό χιούμορ της:

“…Την γεύση του Θεού; Αυτήν προσπάθησε να την δοκιμάσει, δια της Θείας Μεταλήψεως, στην Πρώτη Δημοτικού, αλλά ατύχησε.
«Κυρία Τασούλα, θέλω κι εγώ να κοινωνήσω!»
«Έχεις νηστέψει;»
«Βέβαια!»
«Ήπιες σήμερα το πρωί το γάλα σου;»
«Ναι. Βέβαια!»
«Άρα δεν μπορείς να κοινωνήσεις».
«Όχι, όχι δεν το ήπια, το έριξα στον νεροχύτη».
«Λυδία μου, δε κάνει να λες ψέματα».
Κι όμως, δεν έλεγε ψέματα. Απλά, στην αρχή, έδωσε λάθος απάντηση, νομίζοντας ότι εκείνη ήταν η σωστή. Το πάθαινε συχνά αυτό.
Το γάλα το έριχνε συνέχεια στον νεροχύτη, αλλά νόμιζε ότι αυτό ήταν κάτι κακό και γι’ αυτό το έκανε κρυφά. Πού να φανταστεί ότι ο Θεός συμφωνούσε;
[iv]

Η Λυδία διαβάζει πολύ, ήδη από το Δημοτικό. Δεν αρκείται στη λογοτεχνία, ούτε στα βιβλία που θα …άρμοζαν στην ηλικία της.
Έχει διαβάσει Καζαντζάκη, Τσίρκα, Ρίτσο, στα έντεκά της χρόνια.
Ένα πρωί, αφού την προηγουμένη είχε δει, μαζί με άλλα παιδιά στον κινηματογράφο Άρτεμις, την ταινία «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», ζητά από τον Αντώνη τον Αλαφασό του πρακτορείου των εφημερίδων, στο Γιαλό, να διαβάσει κι άλλο.

“…Ο Αντώνης της χαρίζει ένα βιβλίο που είχε τίτλο τον τίτλο της ταινίας, και στο εξώφυλλο έδειχνε τον πρωταγωνιστή με το κόκκινο γαρίφαλο.
«Δεν είναι πρωταγωνιστής, είναι αγωνιστής», την διόρθωσε ο Αντώνης.
[…] Η εποχή των παραμυθιών και των παιδικών αναγνωσμάτων παρήλθε ανεπιστρεπτί μετά από εκείνο το βιβλίο…”[v]

Στο δικό της βιβλίο, πλέον, η Όλγα καταθέτει σαν προϊόντα πνευματικά διπλής και τριπλής απόσταξης το δια ταύτα των προβληματισμών της. Το δικό μου αντίτυπο είναι κατάστικτο από υπογραμμίσεις. Όχι από φράσεις και σκέψεις που απλά μου άρεσαν εκείνη τη στιγμή. Το ξέρω γιατί το τσέκαρα ξανά και ξανά για να μπορέσω να αντιληφθώ τον άνεμο ωραίο. Αν τελικά το κατάφερα δεν ξέρω, αλλά είναι βιβλίο στο οποίο ξέρω ότι θα επανέρχομαι συχνά.
Υπογράμμισα το καλοκαίρι που το πρωτοδιάβασα, φράσεις μεστές, σκέψεις με ειδικό βάρος, έναν λόγο που ο άνεμος του χρόνου θα τον σεβαστεί, θα τον ταξιδέψει, θα εμπνεύσει στο μέλλον όποιον εντρυφήσει στο ωραίο του φύσημα.

Η Όλγα Νικολαΐδου παραμένει συνεπής και σε μια διαρκή μάχη επιβεβαίωσης αυτού που ανέφερα παραπάνω. Το επαναλαμβάνω:
“Είμαστε αυτά που έχουμε ζήσει. Είμαστε και αυτά που δεν έχομε ζήσει. Από επιλογή!»
Σαφής και συνάμα βαθιά ανθρώπινη και η πολιτική της στάση απέναντι στη ζωή και σε όσα συμβαίνουν γύρω μας. Είναι φορές που βγαίνει σαν ροή ανέμου μέσα από τις ημερολογιακού τύπου εξιστορήσεις της.

Στα εργαλεία της και η Ελληνική Μυθολογία, πλούσια και γεμάτη ιστορίες άλλοτε αλλόκοτες κι εξωπραγματικές κι άλλοτε βαθιά ανθρώπινες.

Στα εργαλεία της και όσα φέρνει η μνήμη. Ιστορίες πραγματικές που αναζητούν μια θέση στην περιπέτεια της γραφής της:

“…Μερικές ιστορίες δεν αντέχεις ούτε καν να τις καταγράψεις ως μια μικρή κουκίδα στον τεράστιο τοίχο του κόσμου, αλλά προτιμάς να τις κλείσεις μέσα σε μια κατσαρόλα, όπου μια κοτόσουπα βράζει.
Έλα, όμως, που το καπάκι συνέχεια ανεβοκατεβαίνει ελευθερώνοντας την μνήμη της όσφρησης: την πιο επίμονη μνήμη…”[vi]

Έχω την αίσθηση, αν δεν με ξεγελά η μύτη μου, ότι η Όλγα ετοιμάζει ήδη το επόμενο βιβλίο της. Γιατί η γραφή είναι αρρώστια, μια αρρώστια που ‘γιαίνει με λέξεις και κάθε φορά ανάλογα με τα κέφια και τη διάθεσή του, ο γραφιάς, φτιάχνει και διαφορετικές ιστορίες. Αυτές τις πρώτες ιστορίες της Όλγας, τις βγαλμένες από το σεντούκι της ψυχής της, δεμένες με τρόπο μυθιστορηματικό, προσωπικά τις απόλαυσα. Όχι μόνο γιατί αποπνέουν ένα άνεμο ωραίο, ωραίο τε και ωφέλιμο να προσθέσω, σαν τον αέρα της Μυκόνου, αλλά γιατί γράφει νόστιμα.

Η Όλγα Νικολαΐδου γράφει με την καρδιά της κι επιβεβαιώνει με τον απόλυτα δικό της τρόπο πως «η καρδιά έχει νόστο»[vii].

[i]  σελ 82

[ii] σελ 163

[iii] σελ 126

[iv] σελ 62-63

[v] σελ 70

[vi] σελ 155

[vii] σελ 180
* Βασίλη Αλεξάκη «Η πρώτη λέξη», Εξάντας, Αθήνα 2011 (σελίδα 62)
** Μέλπως Αξιώτη «Η Κάδμω» Κέδρος, Αθήνα 1972, (σελίδα 63)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s