Ce qu’il reste de la beauté

ce qu il rest de la beaute Sikinos Σηματολογιον

Αλήθεια! Τί μένει από την ομορφιά όταν εκείνη γείρει κι ακολουθήσει μονοπάτια που την βγάζουν έξω από το πλάνο; Και τί συμβαίνει στην αλήθεια; Είναι η ομορφιά; Ή μήπως είναι τα μάτια μας που λοξοφεύγουν; Που δεν βλέπουν πια. Που οι μεταλλάξεις και οι απουσίες δεν γίνονται αντιληπτές καθώς αδυνατεί το μάτι να τις καταγράψει, να τις χωνέψει;
Γιατί κάτι που ήταν ωραίο χτες και δεν είναι πια για μένα, το βλέπεις εσύ και το θαυμάζεις με επιφωνήματα; Δεν έχει μέτρο η ομορφιά; Ή μήπως έχει πολλά κι ο καθένας παίρνει το δικό του.

Ένα βιβλίο έφερε στην πόρτα μου ο ταχυδρόμος. Ένα ωραίο βιβλίο, από κείνα τα πολύτιμα που μας συνηθίζουν συχνά οι εκδόσεις «Ροδακιό». Ο τίτλος του: «Τι μένει από την ομορφιά». Είναι γραμμένο από τον γεννημένο στο Μαρόκο Gilles Ortlieb, συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή. Για την ακρίβεια τα δυο κείμενα του βιβλίου, το ένα με τον ομώνυμο τίτλο έχει σημείο αναφοράς και έμπνευσης την ευρύτερη περιοχή της Ραφήνας ως την Βραυρώνα και την Αρτέμιδα και το άλλο, που εμπνέεται από την Επισκοπή της Σικίνου, ανήκουν στη συλλογή διηγημάτων του: Et tout le tremblement, Le bruit du temps που εκδόθηκε το 2016. Στην παρούσα δίγλωσση έκδοση (Ελληνικά, Γαλλικά) παρουσιάζονται δυο μικρά διηγήματα και κάποιες φωτογραφίες (σελίδες 50).

Για την Ανατολική Αττική η αφορμή να μιλήσει για την ομορφιά, αρχικά ξεκινά από μια ξεχασμένη παλιά ταμπέλα που επιγράφεται La beauté για να περιπλανηθεί στο κατόπιν στην ευρύτερη περιοχή αναζητώντας και καταγράφοντας εντέλει κάποια ψήγματα καλλωπιστικά απ’ ό,τι έχει απομείνει.
Στη Σίκινο, με σημείο εκκίνησης ένα εξαιρετικό κοιμητήρι, με έκδηλη την αγάπη και τον σεβασμό σε κείνους που έχουν φύγει, ένα νεκροταφείο από το πιο όμορφα των Κυκλάδων, το ταξίδι αναζήτησης της ομορφιάς διαθέτει εικόνες και ήχους… Ο βόμβος των εντόμων, το κλάξον του λεωφορείου, τα μεγάφωνα μετάδοσης του εσπερινού, η σειρήνα του πλοίου που πιάνει λιμάνι και τον χειμώνα τα λιγοστά παράθυρα που κροταλίζουν, το βιολί του παπα-Θοδωρή. Παρούσα με τον ήχο της και η ερημιά της Επισκοπής στην άλλη άκρη του νησιού. Κομμάτια της εξόριστα σήμερα στηρίζουν τους γύρω τοίχους, σαν τρύπες στο σουβριάλι του βοριά που σφυρίζει ανάμεσά τους αέναους ερωτικούς μπαλαριστούς καθώς ο ήλιος σβήνει στη θάλασσα, πέρα.

Είναι ωραίο νησί η Σίκινος. Ωραίο γιατί; Γιατί μιλά μέσα σου κατευθείαν. Με αμεσότητα που δεν γίνεται να την αγνοήσεις. Κι όμως δεν είμαστε σίγουροι πως η ομορφιά μιλά μέσα μας, σε όλους μας μέσα, με την ίδια αμεσότητα, το ίδιο εύρος και την ίδια ένταση.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, την κάθε μου στιγμή, το κάθε μου βήμα, πέρυσι, στο νησί. Τα θυμάμαι γιατί θέλω να τα θυμάμαι. Όλα! Την σκοτεινή μεγάλη πλατεία με τα παιδιά που έπαιζαν κι η φωνή τους σαν από φυσικό μεγάφωνο κάλυπτε τα βουβά καμπαναριά και τις στέγες των σπιτιών. Το τρίστρατο, στο γνωστό στενό με τα μαγαζιά, αυτή την πεπερασμένη Αγορά όπου συμβαίνουν όλα σε μέτρο ανθρώπινο κι όπου μοιράζεσαι τις διακοπές σου με όσους δεν έχουν τίποτα να κρύψουν και γι αυτό και τίποτα να επιδείξουν στη μόστρα του καλοκαιριού. Θυμάμαι τα έρημα δρομάκια της καστροπολιτείας, την εκκλησιά του ποιητή, το απέναντι χωριό που βήμα, βήμα κίνησα ένα απόγευμα να κατακτήσω την κορφή του. Αύγουστο τέτοιο δεν είχα ως τώρα. Να σαι στην πόλη και να μην είσαι. Να σαι με ανθρώπους και να μην είσαι. Να ΄ναι το ψάρι, ψάρι και το κρασί, κρασί. Να ‘ναι οι ψυχές των ανθρώπων εξόριστες, μα οι μνήμες τους ζωντανές.
Ψυχές, της ιστορίας όστρακα· σπαράγματα βρεσίμια, που συντροφεύουν σκέψεις, προβληματισμούς, με το ίδιο πάντα ανοιχτό πέλαγο να ξανοίγεται σαν από ποίηση καθάρια καθώς καβαλκεύεις το φρύδι της κορυφογραμμής, ψηλά στο ύψωμα. Νιώθεις τα βήματά σου οικεία, ακούς την ανάσα σου, την ίδια σου τη σκέψη, του νου σου τα παράξενα με δίχως προορισμό ταξίδια που σε γυροφέρνουν στα δαντελένια σοκάκια. Εδώ στα ίδια πάντα τα ελισσόμενα δρομάκια των Κυκλάδων, θαρρείς λαφήτες τα ‘χουν χαράξει για να μπορούν να ξεγελούν τις ανηφόρες και να χαίρονται τις κατηφόρες, εδώ όπου διαφέντευαν για χρόνια, στα προαιώνια χωράφια τα άσπαρτα.

Το βιβλίο, που έφερε στην πόρτα μου ο ταχυδρόμος, ξύπνησε αυτές τις λίγες σκέψεις. Τις κέντησε, καθώς κεντά ο γέρος το γαϊδούρι με του ραβδιού τη μύτη, την ξυμμένη μ’ έναν παλιό σουγιά, εκείνον με την ξύλινη λαβή.

Κοιτώ κι ήτανε γνώριμός μου ο αποστολέας. Είχαμε ανταλλάξει μισή κουβέντα όλη κι όλη πέρσι στο νησί. Τα τυπικά μιας επαφής όπου αισθάνεσαι καθώς αγοράζεις ένα βιβλίο, να πεις για να ευχαριστήσεις που υπάρχει εδώ και βρέθηκε στη στράτα σου μια τέτοια ομορφιά.  Ένα βιβλιοπωλείο, που σηματοδοτούσε ένα στενό δρομάκι με την διακριτική παρουσία του. Όμοιό του δεν είχα ξαναδεί. Λαμπερό και ήρεμο σαν ξωκκλήσι στη γιορτή του. Φωτεινό και καθαρό σαν ασπρισμένος τοίχος με μια σταλαγματιά λουλάκι στον κουβά με τον ασβέστη… Φίνο στις επιλογές του και ξεχωριστό για την τόλμη του να επιλέξει εδώ, αυτόν εδώ τον τόπο τον φαινομενικά άγονο, για να εκπέμψει τα σήματά του.

Ένα βιβλίο, μπορεί, καλαίσθητο και καλογραμμένο, τελικά, να θυμίσει την περσινή ομορφιά. Και μπορεί να απαντηθήκαμε τυχαία, με τον άγνωστό μου εν πολλοίς άνθρωπο που τρέχει το βιβλιοπωλείο.  Μπορεί, όπως είπαμε και παραπάνω, εδώ, εκεί στη Σίκινο δηλαδή, και στα μικρά νησιά των Κυκλάδων, να απαντώνται όσοι δεν έχουν «τίποτα να κρύψουν και γι αυτό και τίποτα να επιδείξουν».
Όμως μπροστά μου, σήμερα, στέκουν «…ένας αστερισμός από ξωκλήσια ψηλά κουρνιασμένα, παρατημένα αλώνια, και η λοξή σιλουέτα, που τρεμουλιάζει μακριά, του ιερού της Επισκοπής».
Θα κρατήσω στη μνήμη μου την ομορφιά του βιβλιοπωλείου της Σικίνου. «Σηματολόγιον» το όνομά του. Εύχομαι, ο ήλιος που φωτίζει μια από τις πιο όμορφες, άδολες και ποιητικές Κυκλάδες, να μη φθείρει ποτέ την ταμπέλα του, μην την «κάψει», μην την «απολεπίσει». Να μένει πάντα σημείο φωτεινό και σημαίνον για τον τόπο, για τον λόγο, για την σκέψη, για την ομορφιά που εισέρχεται εντός μας καθώς φυλλομετράμε τα καλοκαίρια μας με ένα βιβλίο κι ακόμα ένα, κι άλλο, κι άλλο.
Μύκονος 9.07.18
Δ.Ρ.

~~~~

Σημείωση:
Η καμπάνα που χτύπησε σήμερα το πρωί, στο νησί, εδώ στη Μύκονο, καθώς έβαζα την τελευταία τελεία σε αυτό το μικρό κείμενο, έφερε κι άλλες σκέψεις. Ζητώ την αρωγή του ποιητή:
««δ[ά]κρυα ημών», «οδύνην», κατόπιν πάλι «δάκρυα», και «[ημ]ίν τοις [φ]ίλοις πένθος»».

Τι μένει άραγε από τη ζωή; η αγάπη κι ένα «μεγάλως θ’ αγαπήθη»;
Αχνές γραμμές ελισσόμενες στις ξερολιθιές, όλα τα άλλα. Ανάμνηση δαντελωτών αποτυπωμάτων, που αφήνουμε πίσω μας σαν τα σαλιγκάρια, καθώς αγωνιζόμαστε να χαρούμε την ομορφιά όσο κρατήσει.
(μνήμη Ν.-Α. Φ.)

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s