Ο Στρατής δεν είναι πια στον Άη Χαραλάμπη

του Νίκου Γ. Κουσαθανά, φαρμακοποιού
12/01/2018

Stamatiki Trikaminas - apo Merkouris Dimopoulos
Το 1993 ως «Μυκονιάτικη» εφημερίδα εκδώσαμε τα «Ποιήματα και ρίμες» του Πανάγου Αξιώτη, με επιμέλεια του Παναγιώτη Κουσαθανά. Πόσο θα ταίριαζε, το ιδιο ποίημα για το γιο του, το Στρατή! Ο αγιογράφος φίλος, Μερκούρης Δημοπουλος, φιλοτέχνησε παραστατικά τους στίχους του ποιήματος. Το ποίημα του Πανάγου, σαν το παλιό καλό κρασί, επικαιροποιειται, και ενώ γράφηκε για τον πατέρα, ταιριάζει  γάντι για το γιο.

Ο Στρατής ο Τρικαμηνάς, είχε πατέρα το Σταματάκι. Το Σταματάκι, το λάτρεψε ο Πανάγος ο Αξιώτης και του αφιέρωσε ένα ποίημα ευαίσθητο, όπως έγραφε πάντα ο Πανάγος, που σε ένα σημείο έλεγε:
«Ήρθε το κύμα του βοριά, να προσκυνήσει κι ήρθε κι η μούσα για ν’ ασπαστεί την ροζιασμένη του πατούσα».

Το Σταματάκι είχε γιο τον Στρατή, αναλόγου αθωότητας, αγνότητας, φιλοσοφίας, που διέκρινε τους παλιούς Μυκονιάτες, που τους αγιογραφήσαμε. «Αθώοι άγιοι», όπως λέει και ο Ντοστογέφσκι.

Ο Στρατής ήταν κληρούχας του πατέρα μου στον Αβέρωφ και επειδή είναι συνήθειο, οι ναύτες, όταν απολυθούνε να αγαπάνε τους κληρούχες τους, ο Στρατής αγάπαγε τον πατέρα μου· και ο πατέρας μου, τον αγάπαγε.

Όταν ήμασταν παιδιά και ερχόμασταν στη Μύκονο να ξεκαλοκαιριάσουμε, μια στις τόσες λοιπόν, προγραμματίζαμε μια εκδρομή στο «χωριό». Φαντασου! Τώρα το να πας στον Ορνό και να είναι ταξίδι ολόκληρο· δεν το διανοείσαι. Να κάνουμε προμήθειες, για το φαΐ, να ετοιμαστούνε οι γυναίκες, να ετοιμάσουνε τα παιδιά με καθαρά, κι ο πατέρας, να έχει βολέψει όλα τα χρειαζούμενα και κυρίως εκείνες τις μεγάλες καραμέλες “αστακό”, που τις πέταγε από ψηλά, στον αχεριώνα και που νομίζαμε, πως τις βρέχει ο Θεός και χαιρόμαστε, γιατί μόνο “αστακό” έβρεχε ο Θεός.

Μετά, να κόψει καλαμάκια ,να περάσει το κρέας που είχε παρμένο από του «Μαδούπα», να μας κάμει σουβλάκια, σε μια αυτοσχέδια θράκα. Ώσπου..

– Γιωωώρη! Γιωράκι..

Τον περίμενε ο πατέρας. Από τον απάνω δρόμο, στον αμαξωτό, που λέγανε τότε, τον δρόμο που πάει στον Αη Γιάννη· ο Στρατής:

– Θα κά’σετε καμπόσο; ή θα φύετε αμέσως;

– Θα κάτσουμε…

– Καλά!

Έφευγε ο Στρατής, για να γυρίσει, σε κάνα δυο ώρες. Σε μια καθετή, είχε κρεμασμένα καμπόσα ψαράκια.

– Πες στην Κατίνα να τα κάμει, όπως μπορεί, έχει και σκορπινάκια, ας τα βράσει.

– Βρε Στρατή! Μα βρε Στρατή…

Ο πατέρας όμως, ήταν έτοιμος. Είχε μια κούτα, πακέτα τσιγάρα «Άρωμα», πάντα. Του τα πρόσφερε. Ο Στρατής δεν τα πήρε ποτέ.

Ο Στρατής, ο πιο περήφανος Μυκονιάτης, δεν δέχτηκε ποτέ ένα πακέτο τσιγάρα.

-Τα ίδια πάλι…

Έλεγε ο πατέρας μου και στεναχωριότανε:

– Μα τι να το κάμεις, ούτε τώρα, ούτε ποτέ δε θα τα πάρει.

Παιδιά ήμασταν και στο Στρατή βλέπαμε ένα φίλο του πατέρα, ένα φιλαράκι δικό μας, πού’χε το ίδιο μυαλό με μας.

– Νικολό, ίντα φαΐ σ’αρέσει; Αυτό ρώταγε, κάθε που μ’ αρματώνανε ένα καλαμίδι και πήγαινα στον Αη Γιάννη και δεν έπιανα, ποτέ, τίποτα.

-Ψητό με πατάτες, του ’λεγα, όπως ήμουνα θυμωμένος, από την αποτυχία μου, να είμαι καλός ψαράς.

– Άκου ψητό! Φαΐ είναι το κρέας; Κακαβιά! Αυτό είναι το φαΐ. Μόνι ευτό!

Μετά γύρναγε, κοίταζε τα Πρασσονήσια μισογερτός, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι του, ενώ κάτι μουρμούριζε ή κάτι σιγοτραγουδούσε.

Μεγαλώναμε. Μόνο ο Στρατής δε μεγάλωνε.

– Νικολό, ίντα νέα; Η Κατίνα ίντα κάνει; Ο Γιώρης;

Ο Στρατής ήταν πλήρως ενημερωμένος κι ας τον είχαμε υποτιμήσει.

– Φοιτητής δεν είσαι εσύ, τώρα;

– Ναι!

– Τι γίνεται, τι λέτε εσείς εκεί, στα πανεπιστήμια;

– Τι να πούμε και ‘μείς!  Ανυποψίαστος και λίγο καχύποπτος, εγώ του απαντούσα.

– Τι να πείτε; Αυτά να πείτε!

Έβγαζε κάτι θαλασσοβρεμένα περιοδικά, από το ταμπούκιο της βάρκας, «Ξαστεριά», τα λέγανε.

Που τα ‘χε βρει, δεν κατάλαβα. Δεν τα ‘χα ξαναδεί ποτέ.

– Ακούς δικτατορία η Ελλάδα; Και τη λένε και Επανάσταση; Ακούς; Διάβασε… να ξέρεις.

STRATIS TRIKAMINAS
Ο Στρατής Τρικαμηνάς, στους Κάτω Μύλους.

Τον χάσαμε. Ο Στρατής, στον Αη Γιάννη ή στον Ορνό, άφηνε να τρέχουμε πίσω απ’ τη ζωή και εκείνος άφηνε τη ζωή να αρμενίζει κατά τον καιρό, χωρίς να εκβιάζει το χρόνο, χωρίς να καταδέχεται το παραμικρό, καπνίζοντας το σιγαράκι του και αγναντεύοντας το ανοιχτό πέλαγο.

Ο Θεόδωρος Νικολαΐδης της εφημερίδας «Φως», παράγγειλε και του φτιάξανε, ένα καΐκι. Ο Στρατής, αρνιόταν να το παραλάβει.

– Γύρεψα εγώ από κανεί, καΐκι;

Ρώταγε:

– Όχι, γύρεψα;

Ένα ωραίο τρεχαντηράκι, που τελικά πείστηκε να το παραλάβει. Δούλεψε η μηχανή του καμπόσο και στην πρώτη μικροβλάβη (μπουζί ήταν, μπιστόνι ήταν, ποιος ξέρει;) ο Στρατής αρνήθηκε να το επισκευάσει και το πήγαινε με τα κουπιά. Όταν κουράστηκε, επέστρεψε στο βαρκάκι του. Το βαρκάκι του το μικρό. Έριχνε ένα διχτάκι, ίσα-ίσα για την κακαβιά του.

Ύστερα ο Στρατής έγινε καμαράδος του Αη Χαραλάμπη. Άφησε τα γένια του και τα μαλλιά του μακριά. Αυτή η ασκητική μορφή δέσποζε από το ναμμουδάκι (του Άγιου Χαραλάμπη), στις πεζούλες της εκκλησιάς, μέχρι τα σκαλιά του κτήματος του Παριανού, πάνω απ’ τα στερνάκια της Βίδας.

Ο πατέρας είχε φύγει, χωρίς ο Στρατής, να καταδεχτεί, ούτε ένα τσιγάρο του.

Ο Στρατής πάντα εκεί, τονε θυμότανε, για να μας λέει ιστορίες απ’ τον Αβέρωφ, της κοινής τους θητείας.

Όταν το νησί μοιράστηκε στα δύο, σε μαρινομάχους και μαρινολάτρες, σχετικά με την σχεδιαζόμενη μαρίνα στον Άγιο Χαραλάμπη, κανείς δεν κατάλαβε ο Στράτης τι ήθελε, ίσως και κανείς να μην τον ρώτησε. Ήταν σαν να ρωτάς τον ίδιο τον Άγιο: «Θες, Άγιε Χαράλαμπε, μαρίνα»; Τί θα απαντούσε ο Άγιος; Άγιος είναι!

Ο τότε δήμαρχος, ο Χρήστος Βερώνης, του πήγε, ο ίδιος τα χαρτιά για να υπογράψει, να πάρει, «ως εδικαιούτο», σύνταξη «ως αλιεύς», απ’ τον ΟΓΑ. Δεν υπέγραφε με τίποτα.

– Δε θέλω σύνταξη. Αφού δεν μου ‘χουνε κάμει κρατήσεις, άλλοι θα πληρώσουν τα γηρατειά μου; Όχι, δεν τη θέλω!

– Μα, ο ΟΓΑ έτσι είναι.

– Δε θέλω!
Δεν ρώτησα, δεν έμαθα ποτέ αν την πήρε τελικά.
Ο Στρατής με μια φουσκωτή βάρκα, που στο τέλος πήγε να γίνει η «Σχεδία της Μέδουσας»[1], δυο ψάρια έπιανε, δυο έτρωγε. Ένα έπιανε, ένα έτρωγε.

Μια φορά, γύρισε ο καιρός και η σχεδία του θα βρισκότανε στην Τήνο, αν επέπλεε. Ο Αρτέμης έτρεξε να τη σώσει. Βρήκε τον μπελά του από το Στρατή.

– Δε θέλω βοήθεια! Ας βούλιαζε, δε με κόφτει.

Τα τελευταία χρόνια, η έλλειψη χρόνου, μας στέρησε τον αγαπημένο μας Ορνό, για μπάνιο και μας έκανε συχνότερους επισκέπτες του «Super Χαραλάμπης», που ‘λέγαν τα παιδιά.

– Δελφινάκια τα έχεις καμωμένα τα Γκιγκινάκια! Η Κατίνα ίντα κάνει; Ε! Με τον Γιώρη τι έχομε καμωμένα!

– Τι έχετε κάνει, Στρατή;

– Ε, άλλη ώρα… Θυμάσαι που σε ρώταγα, τι φαΐ σ’ αρέσει και μου απάνταγες, μακαρόνια με κιμά;

– Ψητό, σου ‘λεγα Στρατή.

– Άλλος θα ‘τανε, με τα μακαρόνια.

– Όλους τα ίδια, ρώταγες;

Γέλαγε ο Στρατής.

Τον τελευταίο χρόνο, ο Στρατής, έλειπε από τον Άγιο Χαραλάμπη και η βάρκα του αντίστοιχα, που ‘λεγε και ο Σεφέρης, για το σπίτι του ζωγράφου Διαμαντή, «πήγαινε να γίνει φυτό»[2]. Ριζωμένη στο ναμμουδάκι του Αγίου Χαραλάμπη, περίμενες να ανθίσει. Ακουμπιστήρι για τους λουόμενους.

Και ο Στρατής;

Ο Στρατής ακουμπισμένος στην πεζούλα του κατωγιού του, να βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, τα Πρασσονήσια.

Μ’έφερε το φθινόπωρο, ο δρόμος μου από ‘κεί.

Ο Στρατής περήφανος στην πεζούλα του, να μουρμουρίζει κάτι. Ποιος ξέρει τι;

– Στρατή! Ε, Στρατή!

– Έλα βρε, ποιος είναι;

– Ο Νικολός είμαι.

– Ποιος;

– Ο Γκιγκίνος.

– Βρε συ! Βρε ίντα κάνεις;

Μετά τα κοινότοπα, που λένε οι άνθρωποι, με τις τόσες ωραίες ερωτήσεις της ρουτίνας, μπήκε στο θέμα.

– Μοναχός σου είσαι; Δεν καλοβλέπω.

– Είναι και ο γιος μου μαζί.

– Αα, το Γιωράκι! Για σκύψε να σου πω ένα μυστικό. Μόνι εσύ όμως.

Σκύβω.

– Μια φορά ήμαστε νέοι, ναύτες, πήγαμε με τον πατέρα σου στη Σύρα. Λεύτερος ήταν ο πατέρας σου. Ήταν ωραίος, ήταν Περαιώτης, χόρευε ευρωπαϊκά, μίλιενε ωραία και αριστοκρατικά, ηθοποιός για τον κινηματόγραφο. Μου λέει: «Στέκα στον καφενέ τούτο κι έρχομαι!» Περίμενα. Στο μενούτο έρχεται και φέρνει δυό!

– Τι δυό, Στρατή;

– Δυό, βρε! Δυό!

– Τι δυό; Μισότριβες;

Giorgos Kousathanas_Sarantis Rampias 1940
…«ο πατέρας σου ήταν ωραίος, ήταν Περαιώτης, χόρευε ευρωπαϊκά, μίλιενε ωραία, αριστοκρατικά». Εδώ ο πατέρας (δεξιά) με τον καλό το φίλο, Σαράντη Ράμπια, και το βιολί του, σε ένα γλέντι σε ναυαγοσωστικό.

– Όχι μισότριβες. Κοπέλες, ωραίες! Πού τις βρήκε και τις ήφερε, ώσπου να πεις κύμινο, δε ξέρω! Περάσαμε καλά όμως· αξέχαστο μου έμεινε.
Αυτό ήταν το μυστικό.
Ο πατέρας σου ήταν λεύτερος, παιδιά ήμαστε και μη σε νοιάζει.
Έφυγα.
Ακόμα και τώρα σκέφτομαι πως μπορεί, εκείνο το ταξίδι στη Σύρα, να ήταν η μοναδική φορά, που ο Στρατής θα ένιωσε το στίχο του Ελύτη: «και όταν σε πήρε το φιλί γυναίκα».

Ποιος να ξέρει;
Μύκονος, Γενάρης του 2018. Σε μια έρημη, «Ελιοτική» Χώρα, ο Στρατής ταξίδεψε.

Όχι μέχρι το νησί, λίγο πιο μακρυά. Όχι με την δίκη του βάρκα. Αυτή είναι εκεί, πάντα εκεί, στον άγιο Χαραλάμπη, «φυτεμένη». Μ’ άλλη βάρκα ταξίδεψε.

Μπορεί φεύγοντας, να σκεφτόταν ένα ταξίδι στη Σύρα με τον Γιώρη τον Γκιγκίνο. Μπορεί και να αγναντεύει ακόμα τα Πρασσονήσια.

Ποιος να ξέρει;

 

Υ.Γ. Α! Ξέχασα, Στρατή.
Το φαΐ μου τώρα, είναι η κακαβιά!
Αργά το κατάλαβα, αλλά είδες; Έμαθα.

hronografima karavaki i Mykoniatiki efimerida
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Τίτλος έργου ζωγραφικής του Ζαν-Λουί Τεοντόρ Ζερικό, 1819

[2] Γιώργου Σεφέρη, σημειώσεις για το Ημερολόγιο καταστρώματος Γ’ : «…Ξαναπήγα στο νησί στα 54. Αλλά […] γράφω τούτο σ’ ένα πολύ παλιό αρχοντικό στα Βαρώσια – ένα σπίτι που πάει να γίνει φυτό…»

~~~~~~~~~~~

ΣΗΜΕΙΩΣΗ του Καρβουνιάρη:
Έφυγε μια μέρα ο Στρατής ο «Θαλασσινός» κι ήρθε ο Νίκος από το σπίτι.
-Δεν ήσουνα, μου λέει.
-Ήμουνα στο αμπέλι αξημέρωτα, κατέβηκα νύχτα. Δεν άκουσα καμπάνα!
Τον κήδεψα μέσα μου με το παραπάνω κείμενο. Πάει καιρός που το ‘χει φέρει ο Νίκος κι αν βρήκε τώρα την ώρα του να φτερουγίσει στο διαδίκτυο και να διαβαστεί είναι γιατί εν τω μεταξύ κι άλλες ψυχές πήραν σειρά στο αέναο φευγιό και δεν θέλαμε να μπλεχτούν τα πένθη.
Άλλωστε όταν μιλάμε με τους φευγάτους κι ο Νίκος Κ. -ο χρονογράφος της πρώτης σελίδας της Μυκονιάτικης, πιο πολύ απ’ όλους μας- στέλνει χαιρετίσματα στους δικούς του αγαπημένους, στον κυρ-Γιώργη, στην κυρά Κατίνα, στον απροσδόκητα ταξιδεμένο Νικόλα Μανιάτη.
Θα τους άρεσε σίγουρα να διαβάσουν αυτό το κείμενο που φιλοξενείται εδώ στα …κάρβουνα.
Ευχαριστώ Νίκο!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s