Ριζότο φωτεινό σαν χαμόγελο ερωτευμένου κοριτσιού

Ριζότο ρουμπινάτο, με πατζάρι, μαύρο σκόρδο και γιαούρτι

Η σκηνή σε χώρο αστικής κουζίνας άγνωστης χώρας νησιωτικής.
Από το παράθυρο μπαίνει πρωινό φως, χειμερινό,
ίσα που φωτίζει την εστία γκαζιού και το χοντρό μακαρόνι
που κρατά στα χέρια του ένας γευσιθήρας
που μόλις διακρίνεται στο ημίφως.

risotto-rubinato-_-ola-sta-karvouna-_-rousounelos-5-c

Σκέφτεται καθώς κρατά ένα μακαρόνι, με τρύπα.
Έχει καιρό να μαγειρέψει κάτι φωτεινό. Ο χειμώνας δεν βοηθά, σπρώχνει σε άχρωμα τραπέζια. Νόστιμα άχρωμα. Ναι! Όμως σήμερα θέλει φως. Ναι! Το διαισθάνεται άλλωστε πως ίσαμε το μεσημέρι θα ‘χει λάμψει γύρω το σύμπαν. Θα φέξει η γειτονιά. Ο ήλιος θα χτυπά στον απέναντι τοίχο έχοντας ήδη προσπεράσει τη δικιά του μεριά του δρόμου. Είναι κρίμα να μην αφήσει το αποτύπωμά του στο τραπέζι. Σήμερα. Είναι μια άλλη μέρα, σήμερα. Θα μαγειρέψει φίλους, σήμερα. Και θα τους κανακέψει καθώς τους πρέπει. Λεπτό δεν θα τους αφήσει μόνους. Μόνο να βγάλει στο πιάτο τα καλύτερά τους. Γιατί έτσι αναδεικνύεται στις φιλίες η βαθύτερη αξία τους. Αυτή που τις κάνει να φτουράνε στον χρόνο. Βαθιά φυλαγμένες αλληλοεκτιμήσεις, κάτι παραπάνω από μια απλή αντανάκλασή τους σε ένα πιάτο. Φαγητό προσωπικού! Τα είπε όλα, φίλος τα είπε, αστειευόμενος. Το μυστικό στην καλή σχέση, στη δουλειά, στην παρέα, στο σπίτι. Να δίνεις μάχη καθημερινά να κερδίσεις, σαν μόλις την αυγή να κηρύχθηκε πόλεμος. Δίχως συνταγή στρατηγικής, δίχως σκέψεις δεύτερες. Σ’ αυτή τη μάχη, ψέμματα No pasaran. Τοίχος.

Φυσάει, τώρα προς τον τοίχο. Προσπάθησε, ώρα πολλή, να βγάλει μουσική από ένα μακαρόνι, με τρύπα.
Χάνεται σε σκέψεις.
Το μυστικό είναι να κερδίσεις τον αναγνώστη. Αυτό, στο διαδίκτυο, όσο πιο γρήγορα συμβεί, τόσο το καλύτερο. Ο διαδικτυακός χρόνος είναι πολύτιμος. Πιο πολύτιμος κι από τον τηλεοπτικό, έτσι όπως τον έχουν επαναπροσδιορίσει τα κανάλια, σήμερα. Έτσι κερδίζεις κοινό, φίλους στο facebook, ακολούθους/followers στο blog, στο instagram, στο twitter σου, συνδρομητές στο κανάλι σου, αναγνώστες στην εφημερίδα σου. Ό,τι…
Ακόμα κι όταν γράφεις για μαγειρική. Δίνεις ευθύς τα εχέγγυά σου. Την καλή σου την εικόνα. Τον χαρακτήρα σου. Μια καλή φωτογραφία, απαραιτήτως. Θα βοηθούσε ένα τσιτάτο, μια καλογραμμένη συνταγή, ένας μύθος. Είναι μάλιστα φορές που θα χρειαστεί ένας μύθος, με μια πλοκή, ενδεχομένως. Κάποια ελάχιστη δόση αμφιβολίας: τί θέλει να πει ο ποιητής; Λίγη ίντριγκα, λίγη αναφορά στο παρελθόν. Η ικανοποίηση μιας κάποιας προσδοκούμενης ιχνηλασίας στο μέλλον. Δεν εί ναι να τ’ αφήνεις στην τύχη αυτά. Να τα tagάρεις.

Χάθηκε για τα καλά μ’ ένα μακαρόνι στο χέρι.
Το μυστικό είναι να δίνεις ευχαρίστηση. Ακόμα κι όταν το θέμα σου είναι λυπητερό. Η ανάγνωση ενός κειμένου, πρέπει να πληρώνει τα κενά στο ποτηράκι της ψυχής, μέσα μας. Αυτός είναι ο στόχος του γραφιά. Να γεμίζει τα κενά. Να διευκολύνει μια παραπληρωματική διαδικασία που θα κάνει τον αναγνώστη να βλέπει 360 μοίρες. Να νομίζει ότι βλέπει 360 μοίρες. Να αισθάνεται και τις 360 μοίρες δικές του. Σα να ‘χει γράψει όλες τις λέξεις, ο ίδιος. Κι αν μαγειρεύει… να νοιώθει χορτάτος, σα να ‘ναι εκεί, πρωτοκάλεστος, στο συμπόσιο όπου σερβίρεται σήμερα (χτες ήταν, αλλά μην το κάνουμε θέμα, αφού από σήμερα πάντα χτες θα είναι) ένα ριζότο ρουμπίνι. Ένα ριζότο φωτεινό σαν χαμόγελο ερωτευμένου κοριτσιού, με δίχως κραγιόν.

risotto-rubinato-_-ola-sta-karvouna-_-rousounelos-5
Ριζότο ρουμπινάτο

φωτεινό σαν χαμόγελο ερωτευμένου κοριτσιού
(μερίδες 4)

Πρόσωπα:
Μάρω (κόρη)
2 πατζάρια, βρασμένα και καθαρισμένα
Τίνα (ερασιτέχνης μαγείρισσα με αέρα επαγγελματία)
1/2 ποτήρι κρασιού εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο
2 μέτρια κρεμμύδια
ο πεθερός μου (συνταξιούχος ταξιτζής, μπουτίκ-μπαξεβάνης)
4 καλές φούχτες, περίπου 400 γρ. ρύζι αρμπόριο ή καρναρόλι
2 ποτήρια λευκό, ξηρό, κρασί
Ούλωφ (Νορβηγός ιατρός-Μυκονιάτης μουσικός, με αμπέλι στη Σάμο)
1 καρότο
1 κρεμμυδάκι
λαχανικά του ψυγείου
2 δόντια μαύρο σκόρδο
Γρηγόρης (ο ψηλός με την παρέα του)
αλάτι – πιπέρι
2 γιαούρτια παραδοσιακά, στραγγιχτά, Μυκόνου
ο Ίβαν (οινο-γαστροπρεσβευτής της ιταλικής κουζίνας εν Ελλάδι)
ο Χάρης (το παιδί στο μαγειρείο)
παίζουν ακόμα με σειρά που εμφανίζονται ο Χόρχε και η Αλέτα και από το συνεργείο απέναντι, η Βούλα και η Φρατζέσκα.

Πλοκή:
Η Μάρω άνοιξε το ψυγείο. Ένα γαλάζιο φως διαπέρασε θαρρείς το μακαρόνι που έλαμψε αίφνης σαν σουβριάλι. Ασημένιο*.
Τί ψάχνεις, τη ρώτησε. Ένα τι, ένα κάτι νόστιμο, ούτε που ξέρω. Άσε, ξέρω εγώ. Τί; Θα βρω, κάτι, δεν ξέρω. Ήξεραν και οι δυο τελικά. Ένα τίποτα που να σημαίνει κάτι, ένα κάτι που να προσθέτει μια ιδέα στο τίποτα. Ένα τοστ. Μετατόστ, αλαπατέρα.
Το γαλάζιο φως του ψυγείου απόμεινε οσηνώρα εγκλωβισμένο κι έλαμπε ακόμα, καθώς έπιασε πάλι το μακαρόνι, εκείνο το νούμερο 5, με την τρύπα, λίγο μετά. Βάλθηκε να ταιριάξει μιαν ασκαθαριά μα το μυαλό ήταν κιόλας αλλού. Άρχισε να του παίζει εκείνο παιχνίδια θυμίζοντάς του νόστιμους δρόμους μουσικούς που δεν ήταν της ώρας.
Δυο πατζάρια όμως, ναι, ήρθαν στην ώρας τους. Έβαλε το ένα στο πιάτο. Bandiera rossa, Ιαπωνίας. Γεια και χαρά σου Τίνα με τα ρουμπίνια σου. Πάνε χρόνια κι όμως έρχεται κι επανέρχεται, στη μνήμη, ό,τι πιο φωτεινό και ευφραντικά λαμπερό γνωρίζει σε ριζότο. Το φταίξιμο δικό της. Trionferà.

Επί της ουσίας.
Εν αρχή, ελαιόλαδο σε μεγάλο τηγάνι, ψιλοκομμένο το κρεμμύδι, να γυαλίσει και στο κατόπι το ρυζάκι. Να γυαλίσει καλά αυτό, αν το θες λίγο πιο νόστιμο και κομμάτι πιο στεκάμενο στο δόντι, στο τέλος. Οίνος ξηρός, μοσχάτος, από τα ορεινά των Μανωλάτων, σβήνει με μια δοξαριά δοξαστική. Κατά τα γνωστά πορευόμαστε με γνώση και συμμόρφωση σε αυτό που κι άλλοτε έχουμε ξαναπεί: το ριζότο το παντρευόμαστε. Βήμα το βήμα ως το τέλος το παραστέκουμε, με χάδι και συνεχή τροφοδοσία υγρασίας. Στην περίπτωσή μας ένας απλός ζωμός λαχανικών που σιγόβρασε, εδώ πλάι, με ό,τι είχε να μας δώσει σήμερα το ψυγείο κι ο μπαξές του πεθερού μου: κρεμμύδια, κρεμμυδάκια, άνηθος, καρότα, φυλλαράκια αγριόσκορδο, κοτσάνια μαϊντανού… Προσθέτουμε μια κουταλιά ζωμό με βαθιά κουτάλα και ανακατεύουμε σχηματίζοντας οκτάρια στο τηγάνι.
Τα πατζάρια, ψιλοκομμένα. Καλό είναι να προστεθούν τώρα, στην αρχή της διαδικασίας, λίγο μετά την πρώτη κουταλιά ζωμού, στο τηγάνι. Βοηθά αυτό όσο ακόμα είναι το ρύζι μας σκληρό, ώστε να τα πατήσουμε ελαφρά με τον πιεστή του πουρέ χωρίς υποχρεωτικά να διαλυθούν τελείως.
Συνεχίζουμε, ζωμός, οκτάρια, ζωμός οκτάρια… (Σημ: Στην περίπτωση που πίνουμε κατά την διαδικασία κανένα ποτηράκι υποστηρικτικό από το υπόλοιπο κρασί, φροντίζουμε τα οκτάρια να αφορούν αποκλειστικά και μόνο το τηγάνι μας και το περιεχόμενό του).
Πίνοντας κάτι παραπάνω μπορεί και να ξεχάσεις να αλατίσεις*, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα.

Χρόνους δεν έχει.
Από την ώρα όμως που θα μπει το τηγάνι στη φωτιά, σε λιγότερο από μισή ώρα τρώμε. Αρκεί να συμβούν δυο πράγματα:
– να προσθέσουμε δυο δόντια μαύρο σκόρδο, ψιλοκομμένο,
– να κλείσουμε τη φωτιά, αφού πρώτα γυαλίσουμε το ριζότο με μια σωστή κουταλιά καλό βούτυρο.
Το δικό μας μαύρο σκόρδο ταξίδεψε από το εξωτικό Κατηχώρι Πηλίου, της ευρύτερης περιοχής του Βόλου και φυλάσσεται μαζί με άλλα πολύτιμα εντός του ψυγείου, ενώ το βούτυρο ταξίδεψε ως την Αγίου Ευθυμίου της Μυκόνου, διπλο/τριπλαμπαλαρισμένο στο στομάχι αεροπλάνου, εντός βαλίτζας. Είναι ευγενική χορηγία του Χόρχε και της Αλέττας, δυο δαιμονίων οικιακών μαγείρων, σπάνια ειδη μεταναστευτικών πτηνών, που κατοικοεδρεύουν στην όμορφη πόλη του Βερμέρ.
Σερβίρουμε ευθύς, με μια μικρή παραλλαγή του τρόπου που μας έχει διδάξει ο Ίβαν -μερικά ριζότο αγαπούν το γιαούρτι- μια γερή δόση ρύζι, λάκο στη μέση, για να μπει γιαουρτάκι του τυροκομείου Μυκόνου (απλά εξαιρετικό!), λίγα ρινίσματα μαύρου σκόρδου ακόμα, μια σταξιά ελαιόλαδο (από τη γνωστή φετινή παραγωγή 7,5 λίτρων συνολικά, εμού του ιδίου) και φρεσκοτριμμένο πιπέρι.

Έξοδος:
That’s all, folks.
Και να ξέρετε ότι αιτία κι αφορμή να μαζευτούμε εδώ στο σπίτι τόσος κόσμος, μαγειρεύοντας φίλους απ’ τα παλιά κι από τα καινούργια μας ταξίδια, ήταν ο Χάρης Νικολούζος. Έξυσε παλιές πληγές μ’ ένα του πιάτο κι ούτε στιγμή δεν φάνηκε ο μπαγάσας να κάνει σπλατσ και στο δικό μας να το λερώσει δημιουργικά.
Τέτοια λέρα, που θα ‘λεγε κι ο Χάσικος.

Πού πας χωρίς Επιδόρπιο;
Δεν έχει επιδόρπιο.
Ούτε επίλογο έχει.
Έχει στοίχημα όμως.
Πήρε το μακαρόνι, το νούμερο 5, με την τρύπα. Φύσηξε, πάλι. Μια σπίθα στην παροστιά κρατά τα κάρβουνα αναμμένα.
Αρκεί;
Ίδομεν.

(Step by step εικονογραφημενο)

Σημειώσεις:
-Σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι. Ασημένιο. («Δύσκολες Νύχτες», Μέλπω Αξιώτη, μυθιστόρημα, α’ έκδοση Αθήνα 1938, β’ έκδοση Κέδρος, Αθήνα 1988)
σουβριάλι = φλογέρα
ασκαθαριά = μουσικός παραδοσιακός σκοπός, τραγούδι και ποικιλία μυκονιάτικου σταφυλιού
γευσιθήρας = (εκτός των άλλων) αυτός που δεν μπορεί να βγάλει από την μυίγα ξύγκι, μπορεί όμως να σταματήσει την αιμοραγία του πατζαριού …με μαύρο σκόρδο.
-Χάσικος =  εμφανίζεται τελευταίος, δεν παίζεται, άρα ούτε και παίζει στα πρόσωπα του έργου, κάποιοι τον έχουν επανειλημμένα κατηγορήσει για μάγειρα και μάλιστα καλό, ενώ είναι ένας ακόμα κανονικός άνθρωπος.

Μύκονος 15.01.17

Δες εδώ ένα απόσπασμα από τις Δύσκολες Νύχτες

*to update or not to update?
Χασάπη γράαααματα!
Έχει την πλάκα του το διαδίκτυο.
Ξεχνάς για παράδειγμα το αλάτι, επιστρέφεις την επόμενη μέρα προσθέτεις το αλάτι.
Τόσο-όσο και πάλι μάγκας!
16.01.17

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s