Home

Βρίσκω καμιά φορά παλιά μου, παιχνιδιάρικα σημειώματα εδώ κι εκεί σκόρπια στο διαδικτυακό πέλαγος. Αναρωτιέμαι τι θα αποκομίσει ο αρχαιολόγος του μέλλοντος καθώς θα βρίσκει τα συντρίμια μας στα site που έχουμε αφήσει τα ίχνη μας. Στα κορίτσια και τα αγόρια, τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα, τους πριν 10-15 χρόνια σe-νοδοιπόρους, αφιερωμένο. Σήμερα θα το δούλευα λίγο διαφορετικά ακόμα κι έτσι «καθαρίζοντας» για πολλοστή φορά το ψυγείο και κυρίως θα έβαζα υπόστρωμα μια λεπτή φέτα από έναν μυρωδάτο φρεσκοψημένο πούλο από τον ξυλόφουρνο του Γιώρα.
UPDATE Απόψε όμως είχα τη χαρά να έχω ψωμι δώρο του Νίκου Κουκιάσα και της Μαργαρίτας Τσακιρίδη. Η Μάρω κόβει φλέβες για κάτι τέτοια.
Ακολουθεί φωτορεπορτάζ χτεσινό και στη συνέχεια το παλιό κείμενο που ερέθισε το αποψινό παιχνίδι.

Α. Τηγανίζουμε δυο αβγά μάτια

Louza crocque madame mykonien 1Β. Φρυγανίζουμε φέτα ψωμί, αλατοπιπερώνουμε ελαφρα, προσθέτουμε ντομάτα και λούζα Μυκόνου λεπτοκομμένη και τεμαχισμένη

Louza crocque madame mykonien 3Γ. ξύνουμε τυρί και ακουμπάμε από ένα αβγό πάνω σε κάθε φέτα ψωμί – (θα μπορούσαμε να θριβουλιάζαμε λίγη τυροβολιά ή ένα πολύ φρέσκο ξυνότυρο)

Louza crocque madame mykonien 2Δ. Περνάμε για 2-3 λεπτά από το γκριλ, λίγο να λειώσει το τυρί

Louza crocque madame mykonien 4Ε. Σερβίρουμε σε πιάτο με ντοματούλα και έξτρα λούζα

Louza crocque madame mykonien 5. …Πυυυρ!

Louza crocque madame mykonien 6

και το παλιό κείμενο του 2004 στη συνέχεια

Louza-croque mykoniensis

  Δημήτρης 15 / 9 / 2004

Εκείνο το βράδυ στο μαγαζί δεν ήμουν απαραίτητος. Εφυγα λοιπόν νωρίτερα από τα συνηθισμένα.
Στο σπίτι βασίλευε εκείνη η ησυχία που σημαίνει την προσπάθεια να ξεγελαστεί η Μάρω να κοιμηθεί στην ώρα της. Αυτό συνήθως συμβαίνει με χαμηλόφωνη ανάγνωση παραμυθιού. Τότε ο Αντώνης διαβάζει τις τελευταίες σελίδες που του αναλογούν από το υπνωτικό του βιβλίο, το οποίο και έχει επί τούτου διαλέξει. Ενίοτε και ένα στα κλεφτά εικοσάλεπτο game-boy με δίχως ήχο.
Ακολουθεί η απόλυτη ησυχία του τίποτα. Τα μάτια ανοικτά της Μάρως, που το παλεύει για λίγο ακόμα στα μαρμαρένια αλώνια του κρεβατιού της, σ’ έναν αέναο αγώνα, που δεν έχει ποτέ της κερδίσει. Πλην των περιπτώσεων που του δικού της νοκ άουτ έχει προηγηθεί το απελπισμένο νοκ ντάουν της Φρατζέσκας. Αυτή εν ολίγοις είναι η εν οίκω εικόνα εκεί λίγο μετά την δεκάτη νυκτερινή.
Σήμερα όμως είπαμε στο μαγαζί δεν ήμουν απαραίτητος. Αλίμονο δεν ήμουν πλέον ούτε στη Μάρω. Κρίμα, γιατί είχε καιρό ν’ ακούσει ένα από εκείνα τα παραμύθια με τα κοριτσάκια που τα χαιρετούν από ψηλά οι κορώνες, με τα κουνέλια που ρημάζουν τον κήπο του παππού κι εκείνος τα κυνηγά μ’ ένα καλάμι, με τις ντομάτες που ερωτεύονται αχνιστά ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια… Δεν άκουσε, φευ, ούτε τ’ ακροτελεύτιο -εξαντλημένη πια- άσμα ηρωικό, αγωνιστικό και θορυβώδες νανούρισμα: τον Μπεζεντάκο!!! Ποιος ήταν που είπε πως η αναγνωρισιμότητα, η οικειότητα, το ίδιο το μέταλλο της φωνής είναι κι όχι ο στίχος που φέρνει το ποθούμενο αποτέλεσμα; Κι εγώ τώρα πού να ξέρω αν μέσα της, υποσυνείδητα δηλαδή, νοιώθει διπλομανταλωμένη και «τρυπάει τον τοίχο χωρίς κανέναν ήχο…»; Και τι σχέση άραγε μπορεί να έχει le trou που άνοιξε dans le mur ο Μπεζεντάκος και «βρήκαν κούτσουρο στο θάλαμο» με τη Μάρω που αύριο μπορεί να κάθεται στο ίδιο εκείνο παλιό παριζιάνικο καφέ και να απολαμβάνει ένα croque-madame με τ’ αβγουλάκια της μάτια …a cheval. Τον ήξερε άραγε ο Marcel Proust τον Μπεζεντάκο; Κι η Μάρω, που κάποια στιγμή θα γνωρίσει τον Αλμπερτίνο, να μην έχει ένα croque από τα μέρη της να του αντιπροτείνει; Τι τα ‘χουμε τα DNA καδραρισμένα …au mur; Να πουλάμε μούρ’; Το νανούρισμα φταίει! Σε ταξιδεύει σ’ έναν κόσμο μαγικό κι ονειρεμένο:
Κοιμήσου και παράγγειλα τα croque σου απ’ το Παρίσι,
Στη Βενετιά τα ρούχα σου…

Αθόρυβα έφτασα στην πόρτα, με νοήματα και ψίθυρους συνεννοήθηκα:
-Ε χ ε ι ς φ ά ε ι τ ί π ο τα;
-(αρνητικό το νεύμα των ματιών)
-Φ τ ι ά χ ν ω κ ά τ ι κ α ι σ ε π ε ρ ι μ έ ν ω!
Αθόρυβα κατέβηκα.
Στο ψυγείο πλούτος! Η χαρά μου… Ολα τ’ αδειάζω στον πάγκο, γιατί ποτέ κανείς δεν ξέρει τι θα χρειαστεί βραδινιάτικο:
Πίτες ιταλικές
Λούζα μυκονιάτικη
Αβγά
Κρέμα γάλακτος
Λάδι
Αλάτι πιπέρι
Ντοματάκια τσέρι
Πέστο βασιλικού
κουκουνάρια
Τυρί γραβιέρα

Είχε κι άλλα στα ράφια του ο παγωμένος μπαξές, όμως εκεί σταμάτησα εκείνο το βράδυ, θεωρώντας ότι θα ισορροπούσε καλά το τελικό παρασκεύασμα. Μια φωνή μέσα μου βέβαια εξακολουθούσε να φωνάζει, όμως το γεγονός ότι δεν ήμουν μόνος με συγκράτησε. Η αλήθεια είναι ότι τα αναφερόμενα παραπάνω υλικά προέκυψαν στην πορεία, καθώς και η μέσα μου φωνή. Ωστόσο χάριν οικονομίας του λόγου περιορίζω την περιγραφή βάζοντας τα πράγματα στην θέση τους ή καλύτερα πίσω στα ράφια τους.
«Πάμε λοιπόν για τη συναρμολόγηση».

Τα ντοματάκια τα κόβουμε τριαντάφυλλο, οκτώ ήταν όλα κι όλα. Τη λούζα την ψιλοκόβουμε όπως ακριβώς μας έχει διδάξει η Τίνα να συμπεριφερόμαστε στο ζαμπόν των croque-mesdames ou messieurs. Εννοείται Μυκόνου, από μπον φιλέ χοιρινό, σε λεπτές φετούλες. Οσο πιο λεπτές γίνεται …η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά. Στο τηγάνι ξάπλωσε η πρώτη πίτα, ελάχιστα λαδωμένη τόσο που δεν μπορώ να το περιγράψω πλην με το κλασσικό: «όσο πατά η γάτα», που και πολύ πατάει στην περίπτωσή μας! Οταν έκαψε η μια πλευρά της, ώστε να «κριτσινάρει» (croquant για να συνεννοούμεθα), τοποθετήθηκε στο δίσκο-ταψί του φούρνου με την «ψημένη» πλευρά της από κάτω και στην θέση της ξάπλωσε η επόμενη. Στο ήδη καμένο τηγάνι, η συγκεκριμένη δεύτερη, χρειάστηκε τον μισό χρόνο. Στο ταψί παρομοίως ήρθε κι αυτή να κάνει παρέα, όμοιος στον όμοιο, στην φιλενάδα της. Αυτές οι πίτες να σημειώσω μοιάζουν με τις αραβικές άρα στο πιο … Ανατολή μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά. Στο τηγάνι τώρα έσταξε λίγο λάδι να κάψει κι έσπασαν τέσσερα αβγά σε χαμηλωμένη φωτιά να σιγογίνουν.
Τις πίτες φίλησαν τα ντοματάκια με ανοιγμένα τα πέταλά τους κάνοντας βόλτες σ’ όλη την επιφάνεια να προσφέρουν δροσιά αφήνοντας λίγη από την ψίχα και το ζουμάκι τους, ώσπου ήρθαν και στάθηκαν αντικριστά από τέσσερις σε κάθε πίτα. Δύο φέτες λούζα, σε αντικριστά ντοματάκια κάθισαν η καθεμιά κι άλλες δυο στην άλλη πίτα παρομοίως.
Εντωμεταξύ τα αβγά, δέχτηκαν πάνω στο δίλεπτο το ζωογόνο μυρωδάτο μπάνιο με τέσσερις καλές κουταλιές σάλτσα πέστο, ενισχυμένες με έξτρα κουκουνάρι και κάποια στιγμή όταν κρατούσαν ακόμα τη μελάτη δροσιά τους μεταφέρθηκαν με σπατουλίτσα και ξάπλωσαν από ένα πάνω σε κάθε φετούλα λούζας. Η υπόλοιπη σάλτσα μοιράστηκε αναλόγως. Το όλον καλύφθηκε με λεπτοκομμένες (τσιγαρόχαρτο ντε!) φετούλες από την γραβιέρα (ντεν είκα τυροβολιά καρντιά μου) και μπήκε στον φούρνο με αναμμένο δυνατό γκριλ ίσα να λειώσει το τυρί. Μια καλή σταξιά κρέμα γάλακτος, περιστροφική, να δώσει δροσιά, δυο λεπτά στο γκριλ ακόμα…

Δύο μεγάλα πιάτα… και άμεσο σερβίρισμα ως έχει καυτό μ’ ένα καλό κρασί…

Σημ. Louza-croque mykoniensis θυμίζει επιστημονική ονομασία. Μα ακριβώς περί αυτού πρόκειται. Η επιστήμη της ανακύκλωσης και της ανασύστασης. Θα την συναντήσετε και σαν αναδόμηση ή και αποδόμηση, ενίοτε και ως δημιουργικότητα. Εμείς την επομένη θα το προσπαθήσουμε με μπόλικη φρέσκια τυροβολιά αραιωμένη με την κρέμα γάλακτος και 3-4 αβγά νάνας κότας στη μερίδα.

Δημήτρης Ρουσουνέλος
15.9.2004

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s