Home

Όταν η μήτηρ μου έμαθε το θλιβερόν αυτής μάθημα,

 έλυσεν από το άκρον της καλύπτρας της και έδωκεν εις τον Αθίγγανον

 δύο «ρουμπιέδες». –Τότε είχομεν ακόμη αρκετούς.- Έπειτα παρέθηκεν

εις αυτόν άρτον και οίνον και ό,τι προσφάγιον ευρέθη πρόχειρον…*

 Ρουσουνέλος- το αμάρτημα της μητρός μου- Γαστρονόμος

Οι περισσότερες μητέρες της γενιάς μου, ξόδεψαν μια ζωή -τη ζωή τους- μέσα στην κουζίνα. Έδωσαν μάχες για να μεγαλώσουν παιδιά, να χορτάσουν συζύγους, να ευχαριστήσουν τους άλλους. Στα σπίτια είχαν τις πόρτες ανοιχτές, με κουρτίνα, για να μπαίνει ο φρέσκος αέρας. Αν υπήρχε αυλή, ήταν όλοι εκεί. Με τις ρετσίνες και τις δεμέστιχες, το χύμα του μπακάλη, το βαρελίσιο του μερακλή. Σ’ αυτά τ’ αυλιδάκια –με τους Διανέλους, τους Μακρήδες και τους Ζερβούς- μεγαλώσαμε. Με μια τηγανιά μαριδάκι, σαλιγκάρια από τις φθινοπωρινές εξορμήσεις, μια χεριά βρούβες, δυο ραδικάκια άγρια, τυρί κασέρι, μια χούφτα ελιές, ψωμί, μπελτέ, κομμάτι από το μεσημεριανό παστίτσιο κι ακόμα κουραμπιέδες ή τηγανίτες σαν ήτανε γιορτή. Στο κόσκινο της αυλής έμπαιναν όλα: πολιτική, ποδόσφαιρο, κουτσομπολιό, μαθήματα και οδηγίες επιβίωσης, συνταγές μαγειρικής. Στη μαγειρική των απλών ανθρώπων ήταν ίδια κι απαράλλαχτη πάντα η αλληλουχία υλικών και διεργασιών. Κι ας μην ήταν πάντα προδιαγεγραμμένο το αποτέλεσμα. Οι συνταγές περνάγαν από στόμα σε στόμα, καταγράφονταν σε τετράδια με χοντρό εξώφυλλο, χιλιοχρησιμοποιημένα. Τη σωστή σελίδα σημάδευε πάντα κορδελίτσα τύπου σατέν. Κι όμως η τάξη και η αφοσίωση στο κομμάτι της καταγραφής και η επιθυμία της αναπαραγωγής παρόμοιας νοστιμιάς, ήταν φορές που δεν ακούγονταν στο δόντι. Έλειπε εκείνο το κάτι που έκανε τη διαφορά. Λέγανε τότε, πως οι παλιές κρύβανε τα υλικά, πως δεν τις δίνανε σωστές τις συνταγές.

Έπεσε κάποτε στα χέρια μου ένα τέτοιο τετράδιο, της μητέρας μου. Το παστίτσιο, η κρεμμυδόπιτα, οι περίφημοι κουραμπιέδες της ήταν εκεί. Επακριβώς καταγεγραμμένα όλα και με εναλλακτικές επιλογές υλικών. Καθώς πέρναγαν τα χρόνια, άλλαζαν οι μονάδες μέτρησης. Καθώς άλλαζαν τα γούστα, άλλαζαν οι ποσότητες. Καθώς οι διατροφικές συνήθειες μπαίνανε σε νέα ρότα, άλλαζαν και τα υλικά. Χαϊδεύοντας τις λέξεις με την καλλιγραφική τους ορθογραφία και την περισσή αγάπη του ύψιλον και του ωμέγα, μου φάνηκε προς στιγμήν, πως αποκρυπτογράφησα την αλήθεια της. Πως έσπασα τον κωδικό της νοστιμιάς του φαγητού της. Μια μικρή, μια τόση δα γαστρονομική αμαρτία, έκανε τη διαφορά στη γούλα.
Διαβάζω για το παστίτσιο: «…μια πιρουνιά βούτυρο ή φυτίνη, το αλείβουμε στον πάτο του ταψιού να πάει παντού». Το ίδιο παρακάτω για την πίττα, το ίδιο για τους κουραμπιέδες. Πάντα εκεί το διαζευκτικό «ή». Σηματοδοτεί άραγε την ελευθερία στην επιλογή ή μήπως την ενοχή από τη χρήση μιας κουταλιάς υδρογονωμένου λίπους μη αποδεκτού στο σύγχρονο μαγειρικό κομ ιλ φο;

Σε μια περίοδο όπου το γεμάτο ψυγείο και το ντουλάπι με τα καλούδια ανήκουν στο παρελθόν, ακολουθούμε παλιές συνταγές επιβίωσης. Υλικά και τροφές δυνατών και συμπυκνωμένων γεύσεων, με ενισχυμένο δηλαδή αυτό που λεν’ umami: παστά χοιρινά, σαρδέλες και λακέρδες, κεφαλίσιο τυρί και λιαστός μπελτές ντομάτας, θρούμπη για το χοιρινό και μπουράτζα για τα ρεβύθια. Ελιές θρούμπες για τη φάβα, ρέγκα για τη φασολάδα, τσίπα από φρέσκο αιγοπρόβειο γάλα ή στάκα στο τηγάνι με τ’ αβγά. Το ξέρουμε πια, αμαρτία εξομολογημένη, πως η νοστιμιά τη θέλει την παραβίαση του γαστρονομικού κανόνα κι ας είν’ αυτό το κρίμα μας όλο!

*«Το αμάρτημα της μητρός μου», Γεωργίου Βιζυηνού,

με ζωγραφιές του Μανώλη Ζαχαριουδάκη, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1993

Το κείμενο «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Δημήτρη Ρουσουνέλου,

δημοσιεύτηκε στο τεύχος Ιανουαρίου 2013  του περιοδικού “Γαστρονόμος”

Σημ.:  Ανεβάζω σήμερα αυτό το κείμενο, το πρώτο της συνεργασίας μου με το περιοδικό Γαστρονόμος της Καθημερινής, γιατί κάπου βαθιά μέσα μου πιστεύω πως στον Παράδεισο δεν μπορεί παρά να ‘χουνε ίντερνετ. Θα ξαραθυμήσει διαβάζοντάς το η κυρά Μαρία που έκανε το φευγιό της να μοιάζει με γιορτή.

Η συνεργασία με το περιοδικό ξεκίνησε τον Ιανουάριο. Η σελίδα μου, αφορά χρονογράφημα( με θέμα γεύσεως σημαντικό) και η βασική του ιδέα είναι ένα παιχνίδι που αντλεί τον τίτλο, κι όχι απαραίτητα το θέμα του, από λογοτεχνικό έργο, τραγούδι, παροιμία, ρητό, σαν θυμητήρι που μπορεί και να μας ωθήσει να πιάσουμε ένα ξεχασμένο βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, ν’ ακούσουμε ένα παλιό δισκάκι…

Advertisements

One thought on “Το αμάρτημα της μητρός μου

  1. Παράθεμα: Οι κουραμπιέδες της Μαριώς | όλα στα κάρβουνα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s