Ο Νίκος Καββαδίας βρίσκει την καταγωγή του ζωγράφου John Corbidge …όχι την εθνικότητα.

Ἕνας ζωγράφος – JOHN CORBIDGE

John Corbidge 2000, Από την έκθεση Mykonos to be continued, Scala Gallery. Συλλογή Α.Δ.Ρ.

Τὰ μάτια τῶν παιδιῶν βλέπουν εἰκόνες μόνο, κι αὐτὲς ἀπὸ τὴν ἀνάποδη. Τῶν ἐφήβων ὡς ἕνα σημεῖο, καὶ δὲν ξεχωρίζουν. Ὅσο κανένας μεγαλώνει, βλέπει μέσα κι ἀπ᾿ ἔξω. Οἱ γέροι σπᾶνε τὸ σκοτάδι. Οἱ μεσόκοποι ναυτικοί, ὅταν θέλουν νὰ φτάσουν κάτι πέρ᾿ ἀπὸ τὴν ὅραση, κλείνουν τὰ μάτια γιὰ λίγο καὶ κατόπιν τὰ ξανανοίγουν. Ἔτσι, μπορεῖ νὰ ξεχωρίσῃς ἀνθρώπους, ζῶα, τοπία. Τοποθετεῖς, ἄλλα τὰ κρεμᾶς, ἄλλα τὰ ποστιάζεις στὸ πάτωμα. Αὐτὸ δὲ βλάπτει.

Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο ἄλλη πολιτεία ποὺ νὰ μοιάζει μὲ τὴν Ἀμμόχωστο. Πουθενὰ δὲν θ᾿ ἀντικρύσῃς τὴ θάλασσα, μία ἄλλη θάλασσα, νὰ κουβαλάῃ μὲ τέτοιο τρόπο τὴ μαύρη ἀμμουδερὴ στεριὰ ποὺ ὑπομένει, ὑποφέρει καὶ χαίρεται ἀπὸ τὸ μπέρδεμα μ᾿ ἕνα τρόπο καὶ παθητικὸ καὶ αὐθάδη. Πόσα μάτια νἄχῃ κανεὶς ἀντικρύσει; Θυμήσου τα, εἶναι μίας γυναίκας κάπου στὴν Κύπρο πολλὰ χρόνια. Σ᾿ αὐτὸ τὸν τόπο δὲ χαλᾶνε τὰ μάτια τῶν γυναικῶν· εἶναι τὰ μάτια τῶν ἀγαλμάτων.

Ἡ Λεμεσσὸς ἔχει καλωσύνη. Ἄγριο τὸ καραβοστάσι. Ἀγρυπνᾶ ἡ Κυρήνεια, ἡ Πάφος νυστάζει. Ὁ δρόμος μὲ τὶς γκαζουαρίνες ὁδηγάει στὸ Τρόοδος καὶ παραδίνει στὴν πλαγιὰ τοῦ Πευκῶνα τὸ σπίτι ποὔχτισε ὁ Rimbaud, θυμίζοντας, μὲ τὸν τρόπο του, τὸ ἄλλο ποὺ μερεμέτισε ὁ Steventon κάτω ἀπὸ τὶς καλαμιὲς στὴ Samoa.

John Corbidge, painting

Τὸν περασμένο χειμώνα στὸ πρακτορεῖο τῆς Λεμεσσοῦ ἔμεινα μπροστὰ σ᾿ ἕνα φρέσκο ποὺ σκέπαζε τρία μέτρα στῆθος κι ἕνα του ἀψήλου τὸν τοῖχο. Ξέφευγε ἀπὸ τὴν ὀπτική μου συνήθεια. Λίγοι ἀπὸ τοὺς περαστικοὺς ἐπιβάτες θὰ τὄχαν κυττάξει. Εὐτυχῶς ἤτανε ψηλότερα ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε. Η γέννηση τοῦ ταξιδιοῦ ἡ Νεότητα, ὁ θάνατός του πῆγα νὰ πῶ (γηρατειὰ καὶ θάνατο τὸ ταξίδι δὲν ἔχει), βρίσκονται ὅλα μαζί σε μία ἀπίθανη κλίμακα (ὑπάρχει στὰ χρώματα πιθανόν;). Καὶ μέσα σ᾿ ὅλα ἔβλεπα τὸ λιγώτερο καὶ τὸ περισσότερο. Ἢ ἀφαιρεῖς ἢ προσθέτεις. Η ἀντιγραφὴ ἁμαρτία. Ἐπιτρέπεται μονάχα στὴν τελευταία τάξη τοῦ γυμνασίου. Καὶ συχωριέται. Ξαναγυρίζω στὸ φρέσκο. Ὅ,τι τοῦλειπε, ὅ,τι δὲν χρειαζόταν θέλω νὰ πῶ, τόχαν κρυμμένο οἱ ἐπιβάτες ποὺ κατέβηκαν ἀπὸ τὸν Ταξιάρχη καὶ περιμέναν τὸ καράβι γιὰ τὴν Αὐστραλία, στὰ πολύχρωμα ταγάρια τους τὰ γιομάτα παξιμάδια.

«Τοῦ ναύτη ἡ μάνα ζύμωνε τοῦ γυιοῦ τῆς παξιμάδι».

«Μέσα, ὑπάρχει συνέχεια, μοὖπε ὁ πράκτορας. Πήγαινε νὰ δής. Ὅμως στὸ ἄλλο γραφεῖο ἦταν ἡ ἀρχή. Ἕνα τοπίο ποὺ τὸ διάβαζες χωρὶς νὰ σκοντάφτῃς κι ἕνας χαλκός. Μία λιτανεία τῆς Νάπολης ἀπὸ κεῖνες ποὺ βλέπεις τὴ νύχτα στοὺς δρόμους ποὺ ἀνεβάζουν στὸ Vomero. Ἐκεῖ βρῆκα τὴν καταγωγὴ τοῦ ζωγράφου. Ὄχι τὴν ἐθνικότητα. Αὐτὴ δὲν μᾶς μέλλει.

Τὸ ἄλλο ταξίδι γνώρισα καὶ τὸν ἴδιο. Ἀνέβηκε, σκαρφάλωσε καλύτερα σὰ ναύτης, πειραγμένος γιατὶ τὸ καράβι μας δὲν εἶχε ἀνεμόσκαλα.

John Corbidge. Ὁ Γιάννης καθὼς τὸν λέμε. Γεννημένος στὸ Sheffield πρὶν εἴκοσι ὀχτὼ χρόνια καὶ μεγαλωμένος ὅπου «γῆς καὶ νερό». Σπούδασε στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Ἰταλία, ξεκίνησε νεορρεαλιστὴς ὅπου βοήθησε στὸ σχηματισμὸ τῆς ὁμάδος Northern Joung Artists. Ἔργα του ταξιδέψανε στὴν Ἰταλία, τὴν Ἀμερική, Καναδᾶ, Ἰαπωνία, Ἰσραήλ. Ὁ Biancate κι ὁ Eric Newton τὸν χαιρέτισαν μ᾿ ἐνθουσιασμὸ σὲ κριτικές τους. Μιλάει τέσσερις γλῶσσες. Τὰ Κυπραίικα τόσο καλὰ ὅσο νὰ μὴν τὸν καταλαβαίνῃς. Η πρώτη κουβέντα ἦταν ἂν ξέρω τὸν Σεφέρη. Στὸ ἀτελιέ του ὁ Σολωμὸς βρισκόταν δίπλα στὸν Καβάφη. Πολλὰ βιβλία. Καὶ ποιητὲς ὅλου του κόσμου.

Ἀνεβαίνει κάθε εἴκοσι μέρες ποὺ πιάνουμε Λεμεσσὸ μὲ τὴ γυναίκα ποὺ γνώρισε στὴν Ἰταλία καὶ τὴν παντρεύτηκε πρὶν τρία χρόνια. Τὰ μάτια τῆς Κύπρου τὸν κάνανε νὰ ταξιδεύῃ τώρα σ᾿ ἄλλες θάλασσες. Τὰ μάτια τῆς Κατερίνας Κορνάρο, τὰ ἐξόριστα μάτια της, ὅπως μᾶς τἄφηνε ἀνέπαφα πέρ᾿ ἀπ᾿ τὸ θάνατο, περήφανα καὶ λυπημένα ὁ Γερο-Tiziano.

Ἔρχεται κάθε ποὺ πιάνουμε Λεμεσσό. Μοῦ φέρνει καὶ μοῦ ξαναπαίρνει κάτι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ λέμε ποίηση, κάτι ποὺ ἡ πέννα νὰ γίνεται μαντέμι στὸ χέρι μου σήμερα (ὁμολογία θανάτου).

Ἡ μεγάλη του ἐπιθυμία! Νἄρθῃ στὴν Ἀθήνα τὸ χειμώνα νὰ δείξῃ ἔργα του καὶ νὰ μείνῃ γιὰ πάντα. Νὰ γνωρίσῃ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαπάει.

Ὅπως στὰ περσικὰ παραμύθια τίποτε δὲν νομίζουμε πιὸ δύσκολο ἀπὸ τὴν ἀπόσταση. Λάθος. Τὸ Sheffield πέφτει κοντὰ στὸ Matadi. Τὸ Φισκάρδο συνορεύει μὲ τὸ Munden. Η τέχνη μ᾿ ὅλο τὸν κόσμο.

M/S Massalia, 20 Σεπτ. ῾63

Gorbidge, Silk screen printing, Untitled

Ὁ κριτικὸς Καββαδίας

Ἕνα ἀθησαύριστο κείμενο τοῦ συγγραφέα τῆς «Βάρδιας», ἀπὸ τὸν «Ταχυδρόμο» τοῦ 1963

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῶν 30 χρόνων ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Νίκου Καββαδία (πέθανε ἀπὸ ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο στὶς 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1975) ἐκδόθηκε τὸν Δεκέμβριο ἀπὸ τὴν Ἄγρα τὸ βιβλίο «Τὸ ἡμερολόγιο ἑνὸς τιμονιέρη», ποὺ περιέχει ἀθησαύριστα πεζογραφήματα καὶ ποιήματά του μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Γκὺ (Μισὲλ) Σονιέ. Ἀγνοεῖται ἂν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα λανθάνοντα κείμενα τοῦ δημοφιλοῦς ποιητῆ-ναυτικοῦ, ὅπως τοῦ ἄρεσε νὰ αὐτοαποκαλεῖται. Δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑπάρχουν ἀκόμη στὰ χέρια κάποιων ἀνθρώπων, χαρισμένα σὲ αὐτοὺς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Καββαδία, ὁρισμένα γνωστὰ ποιήματά του σὲ διαφορετικὴ μορφή. Εἶναι ὅμως σχεδὸν βέβαιο ὅτι μερικὰ ποιήματα ἢ κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα σὲ παλιὰ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες καὶ ἀναζητοῦν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας.

Ἕνα τέτοιο λανθάνον κείμενο, δημοσιευμένο στὸν «Ταχυδρόμο» στὶς 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1963, εἶναι καὶ το παραπάνω. Γράφτηκε στὶς 20 Σεπτεμβρίου 1963 πάνω στὸ πλοῖο «Μασσαλία», ἐποχὴ ποὺ ὁ ποιητὴς ταξίδευε στὴν περιοχὴ τῆς Μεσογείου μὲ βασικὸ προορισμὸ τὴν Κύπρο, καὶ εἶναι γραμμένο πρὸς τιμὴν τοῦ ζωγράφου Τζὸν Κόρμπιτζ, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στὸ Σέφιλντ τῆς Ἀγγλίας τὸ 1935 καὶ πέθανε στὴν Κύπρο τὸ 2003.

 Το κείμενο του Νίκου Καββαδία, γραμμένο γα τον John Corbidge, έναν παλιό καλό φίλο δικό μου και της Μυκόνου, είναι αναδημοσιευμένο το 2005 στην ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ». Πάνε 9 χρόνια που λείπει ο John, που «μίλαγε τα Κυπραίικα τόσο καλά που δεν τον καταλάβαινες» καθώς λέει ο Καββαδίας, είχε αγάπη μεγάλη για τη Μύκονο, απολάμβανε την παρέα και το καλό κρασί, είχε ένα γέλιο αξέχαστο και μια καρδιά από Κύπρο και Ελλάδα γεμάτη. Στην ιστοσελίδα του ανάμεσα στ’ άλλα και μια σειρά από βίντεο σε ένα από τα οποία μιλά για τη Μύκονο και τα Κυκλαδονήσια προφητικά και με σοφία που πηγάζει από την αγάπη του για τον τόπο που έχτισε με τη σύντροφό του Άντρη ένα όμορφο σπίτι και πέρασε τα τελευταία του καλοκαίρια.

 


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s