Home

Αντώνης Νάζος, του Φραζέσκου, 1999, φωτογραφία της Νίνας Κουλετάκη.

Ξέραμε πως είμαστε στα μισά του ανήφορου για το χωριό της γιαγιάς μου της Δεσποινάρας στο Σκαλάδο, όταν βλέπαμε τη χειρόγραφη προειδοποίηση στον τοίχο με μεγάλα γράμματα:

ΠΡΟΣΟΧΗ   ΠΑΙΔΙΑ 

ΠΑΡΑΚΑΛΩ   ΤΑ   ΜΑΞΙΑ   ΑΡΓΑ

Τα παιδιά μεγάλωσαν, έκαναν δικά τους παιδιά. Τα «μάξια» πια κατέκλυσαν τους δρόμους. Η ανήσυχα προειδοποιητική ανακοίνωση, γραμμένη κατευθείαν στον τοίχο με φαρδύ πινέλο και μπλε μπογιά, δεν υπάρχει πια. Έπεσε μαζί με το μονοκάμαρο κτίσμα για να φαρδύνει τότε ο δρόμος μπροστά στο χωριό του Αντώνη, ενός ωραίου Μυκονιάτη. Σήμερα έπεσε κι ο ίδιος. Έφυγε, καθώς συνηθίζουμε να λέμε. Ήταν ένας από τους τελευταίους παλιούς μπαξεβάνηδες.

Είναι φορές που ακούς την καμπάνα και δεν δίνεις σημασία. Άλλοτε πάλι με την πρώτη καμπανιά σφίγγεται η καρδιά σου. Το ξέρεις πως αν ρωτήσεις για ποιον χτυπά, η απάντηση θα επιστρέψει με μια σκληρή αλήθεια. Δεν ρώτησα.  Για να είμαι ειλικρινής δεν χρειάστηκε καν’, δεδομένου ότι σε λίγη ώρα πέρασε από μπροστά μου η πομπή. Τα λουλούδια στα χέρια των ανθρώπων, τα πιο πολλά από κήπους φρεσκοκομμένα, μαρτυρούσαν άνθρωπο της γης, «χωριανό»!
Δεν ξέρω πόσο ελαφρύ μπορούσα να ευχηθώ να είναι το χώμα που θα τον σκεπάσει σε λίγα λεπτά. Εύχομαι όμως, ο Αντώνης Νάζος του Φρατζέσκου, κι όλοι όσοι ανακατεύονται με την καλλιέργεια της γης σε δύσκολους σαν το νησί μας τόπους, να έχουν με τον καιρό αποκτήσει με το χώμα -καθώς το ορίζει η Κική Δημουλά- μια εξοικείωση.
Καθώς από σεβασμό προς τον εκλιπόντα, κλείνουν η μια μετά την άλλη οι πόρτες των μαγαζιών στο Ματογιάννι, αποχαιρετώ βουβά τον Μπαρμπαντώνη. Είχα χρόνια να τον δω και σήμερα πια δεν έχω άλλη να του δώσω παραγγελιά, παρά καθώς αναλαμβάνει πλέον κηπουρός στο μεγάλο περιβόλι του Παράδεισου*, να δώσει χαιρετίσματα στη Σοφιά και στ’ Αποστολάκι, στη Βαγγελιώ απ’ το Σκαλάδο, στον Νικόλα απ’ τη Ληνώ, τον Αθανά του Αντριά, τον Μπαρμπ’-Αντρέα και τη Φρασκούλα απ’ τη Λαγκάδα, τον μπαρμπα- Μανούσο τον Σκιο, κι όλο το σινάφι της μυκονιάτικης αθωότητας που έδεσε το ατσάλι της τουριστικής εικόνας της Μυκόνου.

Αντώνης Νάζος, φωτο, αρχείο του Δημ. Κουτσούκου

«Σαν να διάλεξες» **

Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή

να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια

να δώ την ευωδιά της ρίγανης

σκλάβα σε ματσάκια.

 Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων

βρίσκεις το πράσινο εύκολο

σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.

Aκούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα

με την κομμένη γλώσσα των καρπών

ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα

και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση

στις κιτρινιάρικες παρειές

μιας μέσα βουβαμάρας.

 Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.

Eίναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά

πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο

που έχει η εκλογή σου.

Eνώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.

Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.

Aσήκωτες κι αυτές. Kατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

 Tο πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.

Για εξοικείωση.

Eκεί δεν έχει διάλεξε. Eκεί με κλειστά τα μάτια.

χωριό= αγροικία στο μυκονιάτικο ιδίωμα

χωριανός= ο ασχολούμενος με τα …χωριανά (αγροτοκτηνοτροφικά) κάτοικος του «χωριού».

*Η φράση κηπουρός στο μεγάλο περιβόλι του Παραδείσου είναι του Γιώργου Ριζόπουλου

 ** H εφηβεία της λήθης, της Κικής Δημουλά, Στιγμή 1994

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s