Luis Orozco: ροβινσώνας με καβαλέτο*.

«…Αίφνης μια γυναίκα γδύνεται
Και κάθεται γυμνή και μεγαλόχαρη…»

Ανδρέας Εμπειρίκος

Χαίρομαι που απόψε μας δίνεται η ευκαιρία να τιμήσει ο δήμος, να τιμήσουμε δηλαδή όλοι οι Μυκονιάτες, στο πρόσωπο του Luis Orozco, τους καλλιτέχνες που διάλεξαν την Μύκονο για μούσα τους. Που άφησαν πίσω τους πατρίδες κι ήρθαν θαμπωμένοι από το φως ν’ αράξουν εδώ. Γιατί ο καλλιτέχνης είναι σαν τη νυχτοπεταλούδα. Κυνηγά με πάθος το φως. Μόνο που εκείνη συχνά παρασύρεται απ’ αυτό και καίγεται. Ο καλλιτέχνης όμως ζει απ’ αυτό το φως.

Τη δεκαετία του ’60, που έφερε το επιβατηγό “Δεσποινάκι” τον Λούη δεν ήταν μόνο το φως που τον τράβηξε. Ήταν η ηρεμία της πόλης και του τοπίου. Η ζεστασιά κι η καλοσύνη των ανθρώπων. Ο χρόνος που είχαν περισσευάμενο για να σου χαρίσουν. Από τότε μέχρι σήμερα η ζωή όλων μας έχει κάνει κύκλο. Το νησί έκανε κύκλο. Και δεν είμαι σίγουρος αν ξέρω τι έχουμε περικυκλώσει. Τι έχουμε μέσα και τι αφήσαμε να μας ξεφύγει εκτός. Ποιες είναι οι παράπλευρες απώλειες αυτής της πορείας, που οδήγησε τη Μύκονο, από το μακρινό κι αξιοζωγράφιστο χτες, στο σήμερα που μας πληγώνει. Όσο κι αν ψάξουμε σήμερα πολύ σπάνια θα συναντήσουμε εκείνους τους παλιούς τρελαμένους ταξιδιάρηδες, που έστηναν το καβαλέτο τους μεσ’ στα στενά και ζωγράφιζαν αδιάκοπα σα να ήθελαν να προλάβουν τη μέρα. Μη γείρει ο ήλιος κι όλα τελειώσουν…

Ήμουν παιδί, με κοντό παντελόνι, κούρεμα γουλί και ξυπόλυτος σαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Μπορεί να παίζαμε κρυφτό και να κρύφτηκα στο ατελιέ, μπορεί να μπήκα από περιέργεια. Μαγνητισμένος από ένα αλλιώτικο φως. Ένα φως που έντυνε μια γυναίκα. Μια γυναίκα μπλε. Μια γυναίκα από ‘κείνες που δεν ξεχνάς. Ξαπλωμένη στον καναπέ της, γερμένη νωχελικά με μια ζωντάνια στην κίνησή της, σα να μη χώραγε στο κάδρο. Ήταν μια γυναίκα ζωγραφιστή. Μια γυναίκα του Orozco. Παραδομένη κι όμως ανυπόταχτη, κοιμωμένη κι όμως ζεστή. Μια γυναίκα άπιαστη, μια γυναίκα εγκλωβισμένη στον έρωτά της.


Χρόνια αργότερα είδα μια γυναίκα μαύρη, οι θηλές της ροζ σαν ανοιχτό τριαντάφυλλο του Μάη και μια αδρή βουρτσιά βαθύ μπλέ πάνω απ’ τα μάτια.Mια γυναίκα του Orozco. Φορτωμένη τον έρωτα της γης, θηλυκή, ολόγυμνη και αξιοπρεπής. Δεν ήταν μόνη. Μαζί της κι άλλες. Όμορφες, τρυφερές, αριστοκρατικές, ώριμες, ερωτικές και διάφανες σαν ποιήματα του Εμπειρίκου, του Καββαδία, του Λόρκα, ή του Νερούντα. Έντεκα γυναίκες ζωγράφισε το 2009 ο Luis Orozco για την έκθεσή του στη Scala Gallery. Το Αυγουστιάτικο κοινό της Μυκόνου τις απόλαυσε, γυμνές, με τ’ άνθη να «παίρνουν ευωδιά απ’ το γλυκό κορμί» τους. Μετρήσαμε τότε σαράντα εννιά χρόνια παρουσίας του στο νησί και μπήκε το σπέρμα της ιδέας για μια αναδρομική έκθεση των έργων του.

Ήταν χαρούμενος ο Luis, το πινέλο του δούλεψε το λάδι με κέφι, στους τοίχους που γεμίζανε τον καμβά λες κι «εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της». Η Genevieve Couteau έγραψε για τον Λούη μια απίστευτη φράση που τον περιγράφει με ακρίβεια:
«…Ζωγραφίζει όπως αναπνέει, μετατρέπει την κάθε του εμπειρία σε ζωγραφική. Ζωγραφίζει όπως παίζει μουσική ή όπως μερικές φορές τραγουδάει, μέσα από μια βαθειά ανάγκη, αναζήτηση, ευτυχία…». Ο καλλιτέχνης, ο κάθε καλλιτέχνης, ζωγραφίζει από βαθιά εσωτερική ανάγκη κι ο Λούης, που ξέρω από παιδί, είναι ευτυχής όταν ζωγραφίζει.

Δεξιά Λούις Ορόσκο και δίπλα Μαθιός Φλωράκης με την κιθάρα.

Τον θυμάμαι να τραγουδά στην παλιά του γκαλερί, τέρμα Ματογιάννι, εκεί που αργότερα έστησαν οι Θεοδωρόπουλοι τη Veggera. Τον θυμάμαι να παίζει στο «Μελτέμι» του Βασιλείου, στο «Lotus» του Καμπάνη, στο «El Greco» του Ριζόπουλου. Καταγράφοντας θρυλικά ονόματα που ορίζουν άλλες εποχές, νοιώθω σα να σκαλίζω την ιστορία της Μυκόνου. Τη σύγχρονη ιστορία, κομμάτι της οποίας είναι κι ο Orozco. Από το στόμα του άκουσα για πρώτη φορά τον ύμνο στον comandante: Aprendimos a quererte, aqui se queda la clara, la entranable transparencia de tu querida presencia, Comandante Che Guevara… κι είδα γυναίκες, αθώες σαν τριαντάφυλλα, να λειώνουν, παίρνοντας προσωπικά το que bonitos ojos tienes.


Στον Ορόσκο αρκούν ένα ζευγάρι εκφραστικά μάτια, ένα βυζαντινό προφίλ, ένας μυκονιάτικος καναπές, ένα σκρίνιο  ή ένα ούτι, για να πλάσει μια ιστορία που αξίζει να τη διηγηθεί με τα πινέλα του. Τα θέματά του «μυκονιάτικα». Ένας πολύχρωμος κόσμος, που με ξάφνιαζε από τη δεκαετία του ’60. Το πολύχρωμο μυκονιάτικο σύμπαν του: ψαράδες και μανάβηδες, δρομάκια κι εξωκκλήσια, νεκρές φύσεις και μουσικά όργανα, λαχταριστά ψάρια και λαχανικά συγκροτημένα με υλικά ταξιδεμένα από την άλλη άκρη της γης, το Μεξικό. Αίφνης κάτω από μια γριά μπορείς να βρεις έναν γέρο, κάτω από έναν αστακό μπορεί να κρύβεται ένα κουνέλι, τα μάτια μιας γυναίκας ίσως και να ναι τα μάτια ενός παπά, που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να εγκαταλείψει την επιφάνεια του καμβά. Δούλευε και ξαναδούλευε τα έργα. Πολλά και δυο και τρεις φορές. Οι μελετητές του έργου του στο μέλλον θα χρειαστούν ακτίνες Χ, για να ανακαλύψουν την ιστορία του κάθε πίνακα. Το σημερινό κίτρινο, ίσως είναι χτεσινό μενεξεδί. Το μπλέ βάζο, ίσως ένα ατίθασο ούτι. Ο Luis της παρέας του Μαθιού Φλωράκη, του Ντόρη Πάντου, της Lilly Kristensen και της Angela Pipikios- Χειμωνά, ανήκει στους τελευταίους εκείνης της γενιάς που χρωμάτισε το τέρμα του Ματογιαννιού.

Όχι τυχαία, ένας μεγάλος της τέχνης, ο Άγγελος Προκοπίου, στις 30 Μαίου του 1965, αναφέρει :

«…στην ζωγραφική του Ορόθκο επικρατεί το υποκείμενο. Αξία για τον Μεξικανό ζωγράφο δεν έχει η δομή των πραγμάτων, ούτε η λογική τους τάξη, αλλά η ψυχή τους και η συνομιλία της με τη δική του ψυχή […] τα σαντούρια και οι καναπέδες παίρνουν στους πίνακές του μία μυστική σημασία, που την ανακαλύπτει ο ζωγράφος με ταραχή και μας τη φανερώνει, τρέμοντας από συγκίνηση, με μια φωνή χρώματος χαμηλή και βαθειά. Ο εξπρεσιονισμός του είναι ειλικρινής και ο ζωγράφος δεν κρύβει τις επιδράσεις του Γκρέκο, από τα τοπία του Τολέντο…».

Μαθιός Φλωράκης αριστερά, Λούις Ορόσκο δεξιά.

Θυμάμαι στη συντροφιά του, ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος με τον οποίο είχαν μια πολύ συγκινητική συνάντηση πέρυσι εδώ σ’ αυτή την αίθουσα, ο Μανώλης Πεταλάς, τον οποίο με πολλή χαρά ξαναβλέπουμε ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, η Μαργαρίτα Μπακοπούλου,  που μας άφησε νωρίς, ο Σταύρος Ξαρχάκος, που είναι εδώ απόψε μαζί μας.  Ο Luis γνώρισε στην Αθήνα την οικογένεια του Λεωνίδα Χαρακόπουλου. Εκείνοι του πρότειναν να έρθει στη Μύκονο, όπου βρίσκονταν ήδη, όπως του είπαν, κι άλλοι ζωγράφοι. Απ’ όταν ήρθε στο νησί, ο Luis εντάχθηκε στη φιλόξενη κυψέλη της Βιεννούλας, κι εργάζεται ακάματα, έχοντας μια σημαντική παραγωγή ζωγραφικού έργου και μια στάση ζωής γεμάτη ομορφιά και ηρεμία. Την πρώτη του έκθεση στο νησί τη φιλοξένησε η γκαλερί «Γλάρος» του Γιάννη Κουκά (Θείου). Στο λυκαυγές της δεκαετίας του ’60, οι Ροβινσόνες με τα καβαλέτα είχαν τον δικό τους παράδεισο. Μεγάλωσα σ’ αυτή τη γειτονιά, σχεδόν μέσα στα εργαστήρια τους. Έβλεπα τον Πάντο, τον Φλωράκη, τον Orozco να ζωγραφίζουν. Στην ίδια γειτονιά ο Παναγόπουλος κι αργότερα η Όψις, η Αίθουσα Ιγγλέση, και σήμερα οι οάσεις της Monica Derpapas και του Richard James North, του Luis Orozco και της Dorlies Schapitz.

-Μύκονος των καλλιτεχνών: του Μαυροειδή, του Κεσανλή, του Βασιλειάδη, του John Ratekin, του Δέρπαπα, της Λυδίας Βενιέρη, της Couteau, του Piccini, του Bellini,  του McKnight, του Bo, του Zappa

-Μύκονος η παλιά του Βασιλικιώτη, της Ιγγλέση, του Tourte, του Κεφαληνού και

-η καινούργια Μύκονος της Μαρίνας Πετρή, του Νίκου Καρατζά, της Αθηνάς Αναστασιάδη, του Μάκη Μοράκη

-κι ακόμα του Δημήτρη Κουκά, της Ειρήνης Συριανού, του Μερκούρη Δημόπουλου, του Ζαννή Κουκά, του Δημήτρη Μάντικα

-κι η άλλη, με τη ναΐφ προσέγγιση της Καρολίνα Γουέλς, του Φτελιανού, του Χρήστου, του Χαρίλαου, της Γεντίκογλου, του Αντρέα Ρουσουνέλη.

-Μύκονος του Γιώργου Ζωγράφου, της Φαραντούρη, του Σαββόπουλου, της Ηρώς Κουτούβαλη και του Πάνου Τριανταφυλλίδη…

-Μύκονος του Αρχοντικού, του Θαλαμιού, του Μontparnasse,

Μύκονος με τις «Εφημερίδες» του Μιχάλη Καρβελά, του Art Studio της Σακελλαρίδη, της Rarity, της Μήνυμα, του Καπόπουλου,της δικιάς μου Scala Gallery,

Μύκονος του Λουκά Μπενάκη, του Pierre Couteau, της Πανωραίας Γαλατά, του Απόστολου Σαχά, της Βιβής Χανιώτη, της Βανέσσας Ζουγανέλη,

-Mύκονος της Σοφίας Θανοπούλου, του Γιώργου Πεταλά, του Γιώργου Ξενάριου, του Γιάννη του Βοριά, του Μιχαηλίδη, του Ξενιτίδη, της Σούμπαση…

«Εκθέσεις» παντός τύπου!

Αγαπητοί φίλοι, με αφορμή την αποψινή εκδήλωση, θα ήταν παράληψή μου αν δεν πρόσθετα δυο λόγια για τη λειτουργία του εκθεσιακού χώρου της Δημοτικής Πινακοθήκης Μυκόνου. Φέρει το όνομα της Ειρήνης Ιγγλέση, μιας μεγάλης Μυκονιάτισσας ζωγράφου. Τον παρατηρώ τα τελευταία χρόνια, από την απόσταση των 30 μέτρων που τον χωρίζουν από το δικό μου επαγγελματικό χώρο. Από προσωπική ανάγκη και ενδιαφέρον επισκέπτομαι κάθε καλοκαίρι όλες τις εκθέσεις. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι καλλιτεχνες δεν είναι ευχαριστημένοι, και το χειρότερο: οι φιλότεχνοι, δεν έχουν κάτι να τους φέρει στον χώρο. Φέτος έχουμε τη φωτεινή εξαίρεση δυο μεγάλων αναδρομικών: αυτής του Ορόσκο κι εκείνης του Βασιλικιώτη. Φαίνεται να ‘ναι διοργανώσεις στις οποίες έχει δοθεί και βάρος και ποιότητα και χρηματοδότηση. Κυρίως έχει δοθεί μια αγκαλιά, εκείνη της ΚΔΕΠΑΜ και κατ’ επέκταση της Δημοτικής Αρχής, που έρχεται πολύ σοβαρά να προτείνει, να αναδείξει, να προβάλει. Είναι απαραίτητο οι διοργανώσεις να αλλάξουν χαρακτήρα. Πρέπει να εμπιστευθούμε τους ανθρώπους της τέχνης για θέματα που αφορούν στην τέχνη. Να τους δώσουμε τον χώρο και τον χρόνο. Να τους φέρουμε κοντά και να τους ανοίξουμε έναν δρόμο φιλοξενίας και δημιουργίας. Δεν είμαστε ΟΛΟΙ κατάλληλοι γι αυτή του δουλειά. Υπάρχουν άλλοι καταλληλότεροι. Γι αυτό και πρέπει, να αποκτήσει ο χώρος των εικαστικών, την σφραγίδα μιας τουλάχιστον μεγάλης διοργάνωσης, που θα σκίσει το πέπλο που προστατεύει και διαιωνίζει τον επαρχιωτισμό μας. Η ύπαρξη εδώ του παραρτήματος της Σχολής Καλών Τεχνών θα έπρεπε να τροφοδοτεί μια συνεχή ροή σύγχρονης εικαστικής κίνησης. Αντί γι αυτό δεν απέχουμε και πολύ από το να έχουμε μια προβληματική επιχείρηση στη μέση του Ματογιαννιού. Δυστυχώς! Πολλοί λένε, ότι φταίει το ίδιο το κτίριο, που δεν δίνει ενιαία αίσθηση στα προβαλλόμενα έργα, κάποιοι για την θέση της εισόδου, που μπερδεύει τον πιθανό επισκέπτη, άλλοι πάλι ρίχνουν το βάρος στο είδος του τουρισμού μας.

Προτείνω αγαπητοί φίλοι και κύριε δήμαρχε, την σταδιακή κατάργηση του χώρου. Τον προσανατολισμό του προς διαφορετικές χρήσεις. Ίσως θα ήταν πολυτιμότερη η δημιουργία ενός πωλητηρίου που θα διέθετε έργα, αντικείμενα και προϊόντα, που φτιάχνουν καλλιτέχνες και παραγωγοί του νησιού. Το πωλητήριο να συνδεθεί με τα εικαστικά εργαστήρια της ΚΔΕΠΑΜ, να δώσει διέξοδο στην καλλιτεχνική δημιουργία και σε προϊόντα φτιαγμένα από τα δικά μας χέρια. Να προβάλλει και να διαθέτει τις αξιόλογες εκδόσεις του Δήμου. Να υπάρχει ένας χώρος, όπου το προϊόν της Μυκόνου, να παρουσιάζεται σε όλο το εύρος και την ποιότητά του. Το κτίριο Ζερβουδάκη στα ισόγειά του με διέξοδο προς τα πάνω στη μεγάλη ετούτη Αίθουσα Πολλαπλών χρήσεων, πρέπει να αποτελέσει ενιαίο πυρήνα αφιερωμένο στην Τέχνη και τη δημιουργία. Θα χτρειαστεί παράλληλα η μεταφορά των μουσικών τμημάτων πιθανόν στους χώρους του Γρυπαρείου. Αξίζει να αναζητήσουμε καλύτερες λύσεις, ώστε και η τέχνη να αποκτήσει μια αξιοπρεπή στέγη και το νησί να έχει τις διοργανώσεις που του αξίζουν. Θυμηθείτε πέρυσι τη μεγάλη επιτυχία που είχε στον φάρο Αρμενιστή η σοβαρή διοργάνωση του σχετικού αφιερώματος που μας άφησε παρακαταθήκη, μια επιτυχημένη έκθεση, ένα βιβλίο, μια ταινία, αλλά και την ανάδειξη ενός μνημείου, τον ίδιο τον φάρο. Κι εκεί η ιδέα ήταν ενός ιδιώτη, που βρήκε τον Δήμο ανοικτό και διαθέσιμο.

Δεν θέλω να επεκταθώ άλλο. Σας υπόσχομαι σύντομα να καταθέσω στον δήμο συγκεκριμένη πρόταση αποσύνδεσης της εικαστικής κίνησης στο νησί από τη στείρα εβδομαδιαία παρέλαση καλλιτεχνών, που δυστυχώς έρχονται πια μαγνητισμένοι από τη λάμψη του ονόματός της Μυκόνου κι όχι από το φως της, όπως η γενιά του Λούη.

Η βραδιά όμως απόψε είναι δική του. Του Λοΐζου, όπως τον έλεγε πάντα η μάνα μου κι όπως τον ήξεραν οι παλιοί Μυκονιάτες. Μια μέρα μάλιστα πριν από 20 χρόνια  βαφτίστηκε στη Μητρόπολη από τον Παπα- Γιώρη. Νονός του ο Γιώργος Ριζόπουλος, που του ‘δωσε το καινούργιο, το μυκονιάτικό του όνομα: Λοΐζος.

Κυρίες και κύριοι ο τιμώμενος απόψε καλλιτέχνης είναι μια μεγάλη προσωπικότητα στο χώρο της Τέχνης. Η ζωγραφική του είναι λουσμένη με φως εξωπραγματικό. Η αντισυμβατική κι άφοβη σχέση του με τα χρώματα είναι η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει το έργο του. Σ’ αυτή τη συλλογή που παρουσιάζεται φέτος -στα παλιά και στα νέα του έργα- μπορούμε να διακρίνουμε την αγάπη του για τον τόπο μας. Κλείνει 50 χρόνια στη Μύκονο. Πενήντα χρόνια τώρα ζωγραφίζει τοπία και ανθρώπους στο νησί. Δεν είναι ένας ντιλετάντης της μυκονιάτικης πραγματικότητας. Δεν ανήκει δηλαδή σε κείνους που αρμέγουν τα κάλλη της από το Πάσχα μέχρι την πρώτη σταγόνα της βροχής. Απολαμβάνει τις χαρές που του επιφυλάσσει η απλή ζωή του: το καλό φαγητό, το κρασί, το τραγούδι, τη ζωγραφική, την αγάπη της Dorlies. Ο Λοΐζος είναι εδώ χειμώνα καλοκαίρι, κομμάτι αυτής της κοινωνίας, που χρόνο με το χρόνο γίνεται όλο και πιο χρωματιστή, όλο και πιο όμορφη και τείνει στις γεύσεις, στους ήχους και στα χρώματα, να μοιάσει στην παλέτα μεξικάνικης πιπεριάς.

*Ομιλία του Δημ. Ρουσουνέλου

στην εκδήλωση για τα 50 χρόνια

του Luis Orozco στη Μύκονο

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s