Είχεν εψές μια κακοσύνη…

Από προχτές το νησί είναι φτωχότερο. Κατά μια αντένα! Κι αυτό είναι μια απώλεια που πιστώνεται στον κακό μας τον καιρό.

Τη φωτογραφία τράβηξε η Βιβή Χανιώτη.

Σπεύδω να ξεσκονίσω τη Μέλπω. Σα να ‘τανε σήμερα να ξεφύγει εκείνο το σαράκι από το χάσμα που άνοιξε μια νύχτα του Γενάρη, θα ‘χαν τα μάτια του πράματα και θάματα ν’ απολαύσουν.

«Απ’ τα χτες ως τα σήμερα»*

«Οι γονείς μου δε θα ‘χαν τι να κάμουν μια από τις πριν μέρες, κι εκαταπιάστηκαν μαζί μου. ‘Ετσι γεννήθηκα καθισμένος μέσα σ’ ένα πελώριο χοντρό ξύλο. Η μητέρα μου ήτανε δίπλα. Ρώτησα τι είμαστε, μου ‘πε ότι μας λεν σαράκια, εκείνα τα σαράκια που τρώνε το ξύλο και πολλά άλλα επίσης πράματα. Απ’ αυτό κατάλαβα γιατί βρέθηκα απάνω στο χοντρό τραβεζόνι. Το τραβεζόνι αυτό ήταν σφηνωμένο μέσα σ’ ένα μύλο κι ο μύλος καθότανε απάνω σ’ ένα νησί.

Τις πρώτες μου μέρες δεν έκανα παρά να τρώω, κι εφούσκωνα-εφούσκωνα, ύστερα άρχισα να περπατώ και στο τέλος άρχισα να σκέφτομαι. Με το περπάτημα προχώρησα προς τα έξω, κι αμέσως βρέθηκα τριγυρισμένος από ένα κάτασπρο πράμα που ως φαίνεται ήταν το φως της ημέρας. Μου φάνηκε πολύ ωραίο, τόσο, που άμα θέλησα να ξαναμπώ στη θήκη μου, είχα ρουφήξει πολύ φως κι αγέρα μέσα στα πνεμόνια μου, ώστε ο μέσα τόπος δεν με χωρούσε πια.

Η μάνα μου παραξενεύτηκε στην αρχή, που προτιμούσα τον αγέρα απ’ το γριτζάνισμα που εκείνη έκανε αδιάκοπα γύρω της, μα ύστερα σκέφτηκε πως ενώ όλα τ’ άλλα παιδιά της ήταν απαράλλαχτα σαν κι εκείνη, ο πατέρας μου εμένα ήταν μια ωραία πολυχρωματισμένη πεταλούδα. Το πως είχε συμβεί αυτό δεν το πολυθυμόταν, είπε μονάχα ότι θα μοιάζω ασφαλώς σ’ εκείνον, που από τότες δεν τον είχε ξαναδεί, γιατί τ’ άρεσε να κουνιέται μόνο μέσα στον έξω κόσμο κι έτσι μ’ άφησε ήσυχο. Εδιάλεξα λοιπόν ένα μέρος που μου φάνηκε το πιο ανοιχτό απ’ όλες τις μεριές, κι εκεί μένω τώρα πολύ καιρό, πόσο ακριβώς δεν ξέρω μ’ αν λογαριάσω απ’ το τι είδα, φαίνεται θα ‘ναι πάρα πολύς.

Ένα πλατύ γαλάζιο κομάτι απέναντί μου κουνιόταν αδιάκοπα μέρα και νύχτα με τον ίδιο τρόπο. Απ’ τη μανία του έκανε αφρούς, πάντα ήταν μεγάλοι κι ωραίοι οι αφροί του, που και που μόνο λιγοστεύανε και σπάνια εχανόνταν εντελώς. Είχα προσέξει πως όσο πιο μεγάλα ήταν αυτά τα κάτασπρα σημάδια, τόσο τα φτερά του μύλου μας κυνηγιότανε με περισσότερο κέφι. Αυτό έβαλα πολύ καιρό να το καταλάβω, μα στο τέλος το βρήκα. Κατά ‘κείνες τις μέρες ανέβαινε πάντα τη μέσα σκαλίτσα ένας άνθρωπος μ’ ένα σακί στον ώμο, κι όσο πιο μεγάλα ήταν τα άσπρα σημάδια, τόσο και παραπάνω ανεβοκατέβαινε αυτός, κι όταν δεν τα ‘βλεπα πια καθόλου, ούτε παίζανε πια με χορό οι αντένες μας, ούτε ο άνθρωπος πηγαινοερχόταν.

Έβλεπα κι άλλους νθρώπους. Άμα πήγαινε να τελειώσει το σκοτάδι και να ξανάρθει το φως της μέρας, κάτι μαύροι ίσκιοι κουνιούνται, απ’ την ίδια πάντα μεριά πρωτοφαινόντανε κι εχανόνταν πάντα πίσω από τον ίδιο βράχο. Εγούρλωνα στην αρχή τα μάτια μου για να τους ξεχωρίσω, μα στο τέλος πια ήξερα αν είχε αργήσει να φανεί η μαύρη σκούφια με τη χοντρή τη φούντα ή αν πρωτοξύπνησε ‘κείνος με το μακρύ κοντάρι στον ώμο του και με το παιδί κοντά του.Έμαθα με τον καιρό να ξέρω από πριν ποιος θα πηδήξει στην κατακόκκινη βαρκούλα ή στην άλλη τη μεγάλη, με τα πολλά κουπιά. Όταν ο ήλιος ήταν από πάνω μας , οι μαύροι ίσκιοι ξαναγύριζαν απ’ τη μεριά που φύγανε, πότε πιο γλήγορα και πότε σιγανά.

[…]Μα ύστερα με τον καιρό, φάνηκαν να κυλούν στη θάλασσα μεγάλοι βράχοι, που περπατούσαν απάνω της με την ίδια ευκολία που περπατούσα απάνω στο ξύλο μου εγώ, κι έβγαζαν κάτι μεγάλες στριγγλιές, πιο δυνατές κι απ’ τα κοράκια, κι ανοίγανε αυτοί οι βράχοι, κι έβγαιναν από μέσα άνθρωποι, κι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πια μαύρο σκούφο με φούντα, μα λογιών-λογιών τυλίγματα γύρω από το κορμί τους. Αυτά δεν τα ‘ξερα ακόμα. Κι οι βράχοι που περπατούσαν γινόντουσαν όλο και πιο μεγάλοι, όλο και πιο πολλοί, κι όλο και πιο πολλοί οι άνθρωποι που βγαίναν από μέσα τους, κι όσο κι αν γούρλωνα τα μάτια μου, δεν ήξερα πια να τους ξεχωρίσω, γιατί ποτές δεν είχαν τα ίδια σημάδια. […]

(γράφει κι άλλα η Μέλπω σε τούτο το γραφτό (που μπορεί κανείς να το διαβάσει και στο Όρτσ’ αλα μπάντα) για όσα τρέχανε στο χτες των αρχών του αιώνα της κι όσα μαύρα μαντάτα τρέχουν στα σήμερα της δεκαετίας του 30. Με τον τρόπο της. Τον απόλυτο και τον παραμυθένιο… Κύλησαν από τότε χρόνια κι άλλα χρόνια. Ο λόγος της όμως στέκει ακαίριος. Σε κείνον ανατρέχω όπως και στου Καζαντζάκη: «εύρον πέτραν πρασίνην ωραιοτάτην», συχνά. Ένας «ευλογημένος τόπος» για να χτίσεις τον μύλο σου, μια «πράσινη πέτρα» ικανή να σε σκανδαλίσει, να σε κρατήσει κοντά της.

[…] Μπήκα να ρωτήσω τη μάνα μου. Είπε πως όλα αυτά εκείνη τα ‘ξερε απ’ την εποχή που βρισκόταν μέσα σ’ ένα ωραίο σπίτ μιας μεγάλης πολιτείας. Μια μέρα ένας άνθρωπος την πήρε μαζί μ’ άλλα ξύλα και στο δρόμο που πήγαινε τον θυμόταν να λέει: «Πάω να φτιάξω το μύλο μου σ’ έναν ευλογημένο τόπο».

Τότε λοιπόν εγώ σκέφτηκα πως είχα πολύ καλά κάνει που προτίμησα να βγω έξω, να βλέπω όλ’ αυτά που γινότανε απάνω στον ευλογημένο τόπο, παρά να κάθομαι μέσα και να τρώγω. Μα κοιτάζοντας τότε γύρω μου είδα πως από ‘κείνον τον καιρό που έφαγα καλά κι εφούσκωσα θα πέσει τώρα ο μύλος.

Βιάζομαι να προφτάσω να συμμαζέψω όλα τα πόδια μου, για να συρθώ ποιος ξέρει που αλλού.

Μέλπω προφητική, αφιερωμένη εξαιρετικά, σ’ όσους ακόμα συμπολίτες, μου ενός ακόμα και σήμερα «ευλογημένου τόπου», διαθέτουν στοιχειώδη νου κι αγάπη για το νησί που υπήρξε «πέτρα πράσινη και ωραιότατη».

*Μέλπως Αξιώτη: «Απ’ τα χτες ως τα σήμερα»

31 Δεκεμβρίου 1933, Μυκονιάτικα Χρονικά

Advertisements

3 thoughts on “Είχεν εψές μια κακοσύνη…

  1. εξαιρετικη η Μελπω, θα την ξεσκονισω κι εγω συντομα αλλα το συγκεκριμενο λειπει απο τη βιβλιοθηκη μου δυστυχως! οποτε περιμενω κι εγω να επανελθεις με το update 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s