Στης Ψαρούς την ολόξανθη ράχη

Τα φοιτητικά μου καλοκαίρια τα κολύμπησα στην Ψαρού. Όλα! Θαρρείς δεν είχε άλλες παραλίες το νησί. Aιτία ο χαβαλές, η σχέση με τους ανθρώπους, το καλό φαΐ, το ανθρώπινο μέτρο. 

Από αριστερά, Κωνσταντίνος Ράμπιας (Κιμηλιός), Θοδωρής Φούσκης,

Νικολάκης Κιμηλιός, άγνωστος μικρός, Φιλιππής Κοντιζάς,

Αντώνης Σταυρακάκης και νομίζω δεξιά Δημήτρης Φιορεντίνος

 (φωτο αρχείο Καίτης Φούσκη-Ψαρού δεκαετίας ’70)

Ήτανε δυο τα μαγαζιά: Ο Αγγελετάκης και η Ταβέρνα της Έρικας που την έτρεχε κάμποσα χρόνια ο Μανώλης. Ο γνωστός Μανώλης, του Θαλαμιού και του καφενείου του Κωστή, που είχε ένα σκύλο τον Ρέμο, ένα κούντουλο*, ένα Citroen  Pony, έναν συνεταίρο που είναι σήμερα αρχιμαδρίτης, έναν αλύγιστο αρχιμάγειρα, έναν sous chef κομμωτή, …οδοντίατρο λατζέρη, τσεκαδόρο φαρμακοποιό, γκαρσονάκι ξενοδόχο, …επιστάτη πανεπιστημιακό κι από κοντά τον χορό, ένα πλήθος εθελοντών φυκοσυλλεκτών, αμμοκαθαριστών, που ενίοτε το παίζανε πελάτες.

ο συνεταίρος

Είχε κι άλλους πολλούς, έναν-έναν να τους πάρεις γράφεις σενάριο που σπάει ταμεία στους κινηματογράφους. Και πελάτες κανονικούς είχε. Αν μπορεί να θεωρήσει κανείς πελατεία την «επιστημονοκαλλιτεχνοπολιτική εξτραβαγκάνσα» της εποχής. Να θυμηθώ εδώ μερικούς: Στρατής Ζαχαριάδης, Βότσης, Τσουκαλάς, Πεπονής, Μαγκάκης, Αρσένης, Κίττυ Αρσένη, Τσάτσος, Βέλτσος, Παπανδρέου… Κανείς τους ποτέ δεν μπορούσε να υποψιαστεί πως …αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο, θα μπορούσε να ναι κι από …τις εκσφενδονισμένες πιτσιλιές ντομάτας από τη χύτρα του κοκκινιστού. Πίστευαν ήταν αίμα!

Στην ταβέρνα της Έρικας -του Μανώλη δηλαδή- μια στιγμή, ένα καλοκαίρι στην Ψαρού!

Εκεί μια «παράξενη Πρωτομαγιά», με μια αγκαλιά προβασόκομπους στο χέρι, κατέβηκε την Ανατολική πλαγιά η Πηνελόπη κι έφερε πικρό μαντάτο. Μ’ …αγκάθια πλέξαμε τα στεφάνια του Αλέκου Παναγούλη.

Πρόσωπα και πράγματα στον …κήπο των απολαύσεων της Ψαρούς, στον κήπο του Μανώλη, από τα άδυτα του τέλους της δεκαετίας του 70. Ο Σελιτσάνος έδωσε μια μικρή γεύση σε σχόλιο προηγούμενου ποστ. Ο λόγος δικός του:

~

Οκτώ η ώρα. Η θάλασσα καθρέφτης. Ο ορισμός της γαλήνης. Ο ήλιος , όπως πάντα, απολλώνιος. Το κούντουλο μοναχικό, αυτάρεσκο κορδώνεται στη μέση του κολπίσκου. Ο Μουγγίδης δεν έχει έλθει ακόμα να βολέψει τα jet-ski. Χθες το βράδυ γόπινγκ – λάμπει η άμμος περιμένοντας τους βαρβάρους.
Φάνηκε ο Μανώλης με το φουσκωτό απ’ τον Πιάτι-Γυαλό. Στην πλώρη καρεκλάκι να κάθεται ο γέρος.
-Τους ταμπλάδες!
Γρήγορα χέρια να προλάβουμε να φτιάξουμε καφέ. Βγαίνει ο άλλος Μιχάλης απ’ την αποθήκη – οι κακές γλώσσες λένε «με τις σάπιες μελιτζάνες» – ανακλαδίζεται.
-Σούβλισες; ρωτάει μόνος του.
-Σούβλισα; απαντάει μόνος του.
Θυμηδία στην παρέα. Απορίες: Πως ήτανε; Που την πήγες; Παραστατική  διήγηση. Καζούρα: «Άσε  ρε! Απ’ το μυαλό σου τα βγάζεις!». Διαμαρτυρίες.
Ο Γιάννης κατεβαίνει απ’ το μονοπάτι. Ο γέρος διασχίζει την άμμο κούτσα-κούτσα με την μαγκούρα. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Κάθεται στο τραπέζι κοντά στην πόρτα της κουζίνας. Ακούει την κουβέντα και χαμογελάει πονηρά.
-Ρε Καϊμακάμη, σούβλισες;
-Σούβλισα μπάρμπα!
-Ε ρε να ΄χα τα νιάτα σας! Όταν ήμουν νέος καμιά  δεν μου ξέφευγε! Θυμάμαι μια φορά…
Κι αρχίζει η διήγηση: πως η χαμηλοβλεπούσα δεν ήθελε, πως την κατάφερε, πως έτριψε αγριόσκορδα  στο βρακί της, πως έτσουζε μετά και φώναζε: «ο Σαράντης έχει σκουλαμέντο»…
Δέκα λεπτά ηρεμίας με καλαμπούρια και καφέ. Απόλαυση.
-Άντε σηκωθείτε, πέρασεν η ώρα! Σα νά ‘ταν δικό του το μαγαζί. Του Μανώλη τού ‘λεγες: κάτσε να κάνουμε ένα τσιγάρο. Καθότανε. Ο Μπαρμπα-Σαράντης δε σήκωνε κουβέντα.
-Αργήσαμε!
Σερβίρουμε πρωινά. Κάθε φορά που σερβίρω ελληνικό καφέ, βλέπω εκφράσεις αηδίας. Δεν ξέρω να δουλέψω τη μηχανή. Κάποιος παραγγέλνει αυγά. Γαμοσταυρίδια απ΄τον Μπαρμπα-Σαράντη. Βγαίνει στην παραθύρα να δγιει ποιος είναι.
Στα ενδότερα της κουζίνας. Αρμοδιότητες σαλατιέρης και ολίγον βοηθός μάγειρα. Να καθαρίσουμε ένα σακί κρεμμύδια. Το δάκρυ πάει κορόμηλο. Να κόψουμε τις ντομάτες, τα αγγούρια να τα βάλουμε σε δοχεία στο ψυγείο να ‘ναι έτοιμα για τις χωριάτικες. Ο Γιάννης τραβάει την περισσότερη δουλειά. Εγώ κάνω και τη λάτζα. Τώρα  το πρωί δεν έχει και πολλά πράγματα.
Κάνει ζέστη. Ο γέρος παλεύει  με τις φωτιές. Ιδρώνει.
-Μιχάλη! Βάλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό !
Του βάζω από το ψυγείο εμφιαλωμένο. Το βατραχόνερο το έχουμε για τη λάτζα. Βάζει το ποτήρι στο στόμα του. Το φτύνει σα να έχει πιει ξύδι.
-Βρε τι ‘ν’ αυτό; Θέλεις να με κόψει;
Τον κοιτάω με απορία. Καταλαβαίνει την άγνοια μου.
-Κοίταξε να δεις: θα βάλεις δυο δάχτυλα ούζο και θα τ’ απογιομίσεις. Σκέτο παγωμένο νερό θα με κόψει!
Το βάζω, το πίνει μονορούφι. Ξαραθύμιο.
Έρχεται ο Νίκος. Άρτι απολυθείς από τριανταδυάμηνη θητεία. Πού λεφτά για φαρμακείο. Αλλά και πού μυαλό. Να ξεκουραστούμε λίγο, να νιώσουμε άνθρωποι.
Κάνει τον τσεκαδόρο. κάνει και λογαριασμούς. Έχει μπροστά του μια παλιά ταμειακή μηχανή, σωστή αντίκα. Από κείνες με τα σιδερένια πλήκτρα, που μένουν πατημένα μέχρι να πατήσεις σύνολο. Γραγκα-γκρούγκ γκραγκα-γκρούγκ total. Κάποτε ήλθε η εφορία. «Για άνοιξε να δούμε την ταινία». Ανοίγει πετάγονται κάτι αράχνες. «Ρε Γιάννη γ…ω το Χριστό σου, δε σού ‘πα ν’ αλλάξεις την ταινία;» αυστηρά ο Μανώλης. Μασάει λόγια μισοκακόμοιρα ο Γιάννης. Γελάνε οι εφοριακοί. Ιστορίες να τις διηγείσαι στα εγγόνια σου.
Δώδεκα η ώρα.
-«Ελάτε παιδιά να φάτε!» Ο Μπαρμπα-Σαράντης. «Ε ρε τι έχω εγώ για τα θερία μου!» Μια πιατέλα με τα κόκαλα  απ΄το ξεκοκαλισμένο ψητό της κατσαρόλας. Ούτε σκυλιά δεν βρίσκουν να φάνε. Βουτάμε ψωμί στο λίγο ζουμί, μπουκώνουμε. Το απόγευμα, μόλις φύγει ο Μπαρμπα–Σαράντης την πέφτουμε στην κουζίνα. Την άλλη μέρα ο γέρος ρωτάει: «Εκείνες τις δυο μερίδες ψητό που λείπουνε τις δώσατε;» «Τις δώσαμε» λέει ο Μανώλης.

στη λάτζα...

Μεσημέρι. Αιχμή της δουλειάς. Λάτζα. Τα ποτήρια στο χέρι: τα θολώνει το βατραχόνερο. Τ’ άλλα στο πλυντήριο. Τις λαμαρίνες στο χέρι. Χάνεις το χρόνο.
Απόγευμα. Ο γέρος στο καρεκλάκι του στην πλώρη του φουσκωτού. Καθαρίζουμε την άμμο. Το φως πέφτει. Η γαλήνη επανέρχεται. Ρίχνουμε το αθερινόδυχτο. Κυκλώνουμε τον κόλπο. Τραβάμε τράτα απ’ έξω. Δυο τρία κιλά ψάρια. Στο τηγάνι με κρεμμύδι. Ρετσίνα «Υμηττός». «Στη Μακεδονία του παλιού καιρού» και «έλα στην παρέα μας φαντάρε». Ο Μουγγίδης χορεύει. Θαυμάζουμε όλοι: μήπως ακούει;
Το τοπίο γαληνεύει. Σαν μην έχει πατήσει ανθρώπου πόδι για αιώνες. Μόνο τα τραγούδια και τα καλαμπούρια μας ταράζουν την ηρεμία του.
Στο δρόμο για τη Χώρα πέντ-έξι πάνω στο Pony. Πεζοί τουρίστες για τη Χώρα. Στάση δίπλα σε κάθε τουρίστρια: «Where ‘re you going?» Λες και υπήρχαν πολλοί προορισμοί. «…to Mykonos!» «Έλα ‘πάνω» Αυτό δεν ήταν Pony αυτό ήταν αποβατικό.
Στη Χώρα βραδάκι. Αύριο πάλι.

maria_nefeli-1.jpg

 Ύστερα όλα ήταν ποίηση και η Μαρία Νεφέλη στο προσκεφάλι μας:

«Θάλασσα λανθασμένη δεν γίνεται…»

Σημ. Η Ψαρού ήτανε η πιο όμορφη παραλία του νησιού. Όμορφο ήτανε και το Πλυντρί που αργότερα το είπανε Super Paradise. Κατά σειρά γαμήθηκε πρώτα το Πλυντρί. Η σειρά της Ψαρούς ήρθε πολύ αργότερα.

Τι μένει; Δεν θα το πω παρά μονάχα με την ποίηση του Πανάγου Αξιώτη:

Ο κιοχλιός

Σταβέντο του Κάτω Μύλου,

στα ρηχά,

είν’ ένα βραχάκι που κάνει κιοχλιό.

Δε θα σου το δείξω,

για να μη με ψαρέψεις.

~

*κούντουλο: καΐκι με χαρακτηριστικό του την ίδια κοψιά στην πρύμη και στην πλώρη.

Advertisements

34 thoughts on “Στης Ψαρούς την ολόξανθη ράχη

  1. Οκ… Θα γράψω και εγώ μια ιστορία αντίστοιχη κάποια στιγμή για την Ψαρρού του σήμερα… Που μπορεί να γαμήθηκε, ούτε καν εγώ δεν διαφωνώ επ’ αυτού, πλην όμως παραμένει υπέροχη.. (Εντάξει, ίσως όχι τον Ιούλιο και του Αύγουστο αλλά εμείς θα πρωτοβουτήξουμε Μάιο και θα είναι σούπερ….) 🙂

  2. Αχ, ελαφρύ το χωματάκι του Πανάγου κι αγιασμένη η πένα του, λέω εγώ!
    Εμένα, Εύη μου και σ’ ένα βραχάκι να μ’ ακουμπήσεις μια χαρά θα περάσω.
    Ξαραθύμιο!
    Αλίμονο στους μπαμπακόκωλους πελάτες (μας)!
    🙂

  3. Τι μένει; Εκτός από την ποίηση του Πανάγου, μένει ο Δημήτρης Ρουσουνέλος, Η Λουίζα Κορνάρου, Ο Σελιτσάνος, σίγουρα κι άλλοι. Δεν είναι και λίγο αυτό που μένει!

  4. Λίγο ακόμη και θα το κάνω το ατόπημα: θα έρθω στο νησί σας. Κάτι απ’ όλα αυτά δεν θά ‘χει μείνει; Πάντως οι άνθρωποί του ωραίοι: οι αφηγητές και οι αφηγούμενη. Ολοκάθαρο ποτήρι νερό το κείμενό σας. Πνιγήκαμε τόσο καιρό στα βατραχόνερα 🙂

  5. Το ξανακοιτάω, βλακεία σχόλιο πήγα και σ’ άφησα. Καλές οι πλάκες, δεν λέω, όμως είναι πολύ όμορφο το ποστ σου Δημήτρη και με πολύ πόνο αγάπης ζυμωμένο. Κάνε μια δουλειά: σβήσε με στο ακριβώς αποπάνω. Α γεια σου.

  6. @hdd345f.
    Ο Δ.Ρ. -μόλις ήπιαμε ένα ούζο μαζί- ένοιωσε άβολα με την αγάπη σας. Χώρια που δεν μένει πια εδώ (βλ. απάντηση προς σχόλιο Μπαμπάκη), οι άλλοι παρόντες. Ο Σελιτσάνος στις καρδιές των φίλων του. Κι ο Πανάγος ακόμα κι ο Πανάγος χρόνια φευγάτος, σκόνη στις παραγκαιριές της ακονυζιας, λίπασμα στων λουβιών τη ρίζα, της κουτσουλιάς της φασουλάτης υμνητής, της Μαριώς απ’ το Πυργί, της Φροσυνώς και του Χασάν που βεγγέριζε με τις δυο γριές του…

    @D.T.
    Ω, μην ανησυχείτε καθόλου κι εμείς λάθη κάνουμε αφηρη(γου)μενοι!
    Κερνάμε νεράκι δροσερό (του ψυγείου) χρόνια τώρα είναι που δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές…

  7. «Ξαραθύμιο», τι όμορφη λέξη και τι όμορφες αναμνήσεις μας μεταφέρετε που εμείς δεν φτιάξαμε ποτέ και άρα μας λείπουν… Η άλλη πλευρά του νησιού. Είχα μια φίλη από το νησί σας.

  8. @mpampakis
    Σιγά μη το σβήσω.
    Άκου! Ζω ένα δράμα από τότε που ο Κούγιας έκανε τη γνωστή δήλωση.
    Τα παιδιά μου -εκείνη η εξάχρονη ιδιαίτερα-μου το ξέκοψαν:
    -Πάμε να φύγουμε, δεν είναι τόπος εδώ να μεγαλώνεις …μπαμπάδες! Με κλείσανε σπίτι, ούτε στη χώρα του ξινόμαυρου δεν μ’ αφήνουν να πάω. Περιμένουν νεότερες δηλώσεις με επιτρεπόμενες περιοχές.

    @scalidi.
    Έτσι θέλω, να σας νοιώθω ξαραθυμισμένη.
    Να διαβάζετε όχι μόνο τούτα αλλά κι όλα τα βιβλία που σας περιμένουν και να …ξαραθυμάτε!
    Την ξέρω την φίλη σας… γύρω-γύρω θάλασσα!
    🙂

  9. Να μας τα γράφετε αυτά, για τη Μύκονο τη δική σας, για να την αγαπήσουμε πολύ. Γιατί εμείς που τη γνωρίσαμε στα πρώτα μας ταξείδια στα νησιά χωρίς γονείς, εκεί, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, δεν την λατρέψαμε. Εϊχε ήδη αρχίσει ν’ αλλάζει. Και πολύ με είχε χαλάσει εκείνος ο 70χρονος μυκονιάτης με το κόκκινο σαλβάρι και τη μωβ πουκαμίσα.

    Καμιά φορά έχουμε ανάγκη τα στερεότυπά μας, ξέρετε…

  10. κι εγώ σκόπευα να κατηφορίσω φέτος για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι την κατάσταση αλλά εφόσον το νησί σας δεν είναι ο κατάλληλος τόπος για να μεγαλώνει κανείς (γενικώς) , μπορείτε -πλέον- να κοιμάστε ήσυχοι….

  11. Εκεινο το καλοκαιρι , πριν φυγω απ’ το νησι , με τα λεφτα που μου ειχαν μεινει απο τη δουλεια , νοικιασα ενα τζιπακι . Μαλιστα επειδη ημουν κατω των 21 χρησιμοποιησα το διπλωμα του φιλου και κουμπαρου μου-πια- Νικου.Ο Νικος κι εγω , λοιπον , ξεκινησαμε να γυρισουμε ολο το νησι , που εγω λογω της δουλειας δεν ειχα καταφερει να δω . Πηγαμε στις πιο δυσπροσιτες και μακρυνες παραλιες , χωραϊτικες κι ανωμεριτικες . Αγραρι , Ελια , Καλαμοποδι , Πλακα του Πατερα , Αι-Γιαννη με τ’ Αχινοποδι , Πλυντρι και βεβαια απ’ τα Χαλαρα στα Βυζια της Αφροδιτης και τον Καλαφατη . Ομως παραλιες σαν την Καπαρη , τον Αη Σωστη , τη Λια , το Τηγανι , τον Χουλακα , τα Καναλια ηταν αδυνατον να τις πλησιασουμε χωρις μπολικο περπατημα…
    Αυτο που μας εμεινε -φανταζομαι – πια , ειναι εκεινο το βραχακι εξω απ’ την Αγιαννα της παραγκας : πεντε νοματαιοι απάνω του , δυο σακκουλες αχινοι , με μια δαχτυλιθρα ουζο να ‘χουμε γινει στουπι , να το ‘χουμε κοψει στο τραγουδι μερα μεσημερι , να περνουν οι βαρκες για το Paradise , να μας κοιτουν οι τουριστες απορημενοι .

  12. Πάντως η ξεχωριστή ικανότητα του Μανώλη να διαλέγει «συνεργάτες», ακόμα, καλά κρατεί. Θυμηθείτε πολύ αργότερα τον Χασάν στο καφενείο, που παραλίγο να πουλήσει τον πελεκάνο σε αμερικάνο τουρίστα. 😀

  13. @ ΚΚΜ
    Μήπως να έστελνες τουλάχιστον τα παιδιά;
    Εγώ λέω να πάω φέτος κατασκήνωση στα …Γλαράκια! Πάμε ομαδάρχες;

    @Σελιτσάνος.
    Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και η Άλκηστις που μας είδε το κράτησε μέσα της, ώσπου
    κάποτε της βγήκε σε τραγούδι ερμηνεύοντας με τον καλύτερο τρόπο της Νικολακοπούλου και του Κραουνάκη τα κέφια!

    «Βρήκα ένα βράχο γεμάτο πεταλίδες
    βράχο χαμηλό
    Και λέω, θέλω να ‘χω κι εγώ λίγες ελπίδες
    τριγύρω απ’ το μυαλό

    Ειδάλλως να πεθάνω, αν πρέπει να γλυκάνω
    καημούς μηδαμινούς
    Στα πνεύματα τα στείρα, χωρίς αναπνευστήρα
    να πέφτω γι’ αχινούς

    Το καΐκι στη στεριά δεν λογίζεται
    κι η καρδιά στη μαχαιριά συγκλονίζεται
    Έλα αγάπη μου βοριά, δώσ’ μου κύματα
    να ‘χω σιγουριά

    Βρήκα ένα βράχο γεμάτο καβουράκια
    βράχο στο γιαλό
    Και λέω, θέλω να ‘χω και ‘γω λίγα μεράκια
    Τσιτσάνη σου μιλώ

    Ειδάλλως να πεθάνω, αν πρέπει να γλυκάνω
    φτηνές κακοτοπιές
    Στη βάρκα μου τη σάπια, αφού και απόψε τα ‘πια
    να πέσω για σουπιές»
    ~

    @Λουΐζα Κορνάρου.
    Ο Χασάν, ναι, κλασσική Αξιώτικη φιγούρα!

  14. Αυτό είναι τοπος, ναι, εκει που συναντιουνται πλεον οι καρδιες οσων καλα αντεχουν και είναι κοντα …αλλα και αυτων που αν και μακρια μετεχουν της στιγμης γνωριζοντας και αναγνωριζοντας. Τη ψαρρου του τοτε με τα βοτσαλα στα παιδικα μας χερια τη βαρκα με τα ψαρια κατω από το φεγγαροφωτο και το καλαμιδι με το αγκιστρι που εσπασε στο βραχο. Τη Ψαρρου τοτε που για μας ηταν καλοκαρι με μονη εννοια το που θα παιξουμε σημερα και ποσες φορες θα κολυμπησουμε για να βγει το αθροισμα πιο μεγαλο από του ξαδελφου. Μετα οι παρεες, οι φωτογραφιες, οι ερωτες και ξανα οι παρεες ….τοτε που οι παρεες ηταν ακομα η μονη παραγματικοτητα, τοτε που οι παρεες ηταν η μονη μας εννοια. Αυτή η παρεα που εχασε τον φυσικο της τοπο που εχασε την καθημερινοτητα της συνευρεσης και εγινε ονειρικο αναπολημα σε τοπους μπλογκ! Και καλα όλα αυτά, αλλα ποτε θα δουμε αυτή τη παρεα, τα προσωπα χωρις ψευδωνυμα με μαγουλα καθαρα για ασπασμους και πλατες για σφιχους εναγκαλισμους να ξανασυντιεται με κεφι για να δρασει σε μια άλλη εποχη και να παραδωσει καινουριες ιστοριες. Γιατι περιοριζεται στην αναποληση και το γραψιμο..και την ανταλλαγη σχολιων και δεν τολμα να στειλει τα παιδια στη κατασκηνωση…γιατι αντι για τα παιδια θαπρεπε να αποφασισει να παει εκεινη κατασκηνωση. Ναι μαλιστα, να στειλει ο καθενας τον εαυτο του εκει που ο τοπος μπορει να τον δεχτει ακομα. Επειδη λοιπον μαρεσει παντα να εχω κατι που ξερω πως θαρθει και …με ανθρωπους που η σχεση μου μαζι τους δεν τελειωσε στο χτες αλλα εχει και αυριο, λεω να αφησουμε τη καθημερινοτητα να πορευεται λιγο μονη της χωρις εμας και να αποσυρθουμε. Να βρεθουμε εκει ολοι μαζι, παλιοι και νεοι μυστες αυτης της ζαλης ενός τοπου με ηλιο, θαλασσα, αμμο και καλαμιωνες για 3 μερες….στη κατασκηνωση τη δικια μας των μαμαδων και μπαμπαδων. Αντε σας δινω και περιθωρειο να το σκεφτειτε …ραντεβου στο σχοινο στις 30 Σεπτεμβριου του 2009. Αν καποιος δεν διαθετει μεσο να ερθει, μπορω να ερθω να τον παρω!

  15. @σελιτσάνος.
    επειδή μας παρακολουθούν κι από το Παρίσι, το σωστό είναι:
    …ne touche pas!
    (ακόμα τον κυνηγάει το …ρήμα)

    @λουΐζα-σελιτσάνος.
    Κι ο Χρηστάκης ο …σπρώχτης! Μην ξεχνιώμαστε.

    @κκμ.
    Νομίζω ότι η εξουσία σου αδελφέ αντέχει για ένα χρόνο ακόμα.
    Σε δυο χρόνια ο πρώτος δεν θα σε ρωτήσει.
    Και έπεται συνέχεια:
    η μουσική σκωπτική, πεταχτή
    λαχανιασμένη…
    …πήδα πήδα …κκμοίρη
    δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι…
    …μόνο χαρτζηλίκι ετοίμαζε
    και ξηλώσου άλλη μια
    ευχαριστώ…
    οοο
    ευχαριστώ…
    (θα σου τραγουδάει καθώς θα εκπαιδεύει την μικρότερη)
    Νομοτέλειες!

  16. Κι εμείς σκεφτόμασταν το καλοκαιράκι να ξεμυκονιάσουμε- αλλά αφού είναι τόσο γαμημένες οι παραλίες σας μάλλον θα ζητήσω τα κλειδιά του σπιτιού γνωστού δικηγόρου – άδειο θα ΄ναι το σπίτι – και θα χτιστούμε μέσα …
    Καλοκαίρι θα΄ναι , θα περάσει
    Γαμημένες οι παραλίες …..Ελπίζω οι πισίνες να είναι αγάμητες
    * Εξαιρετικό post – με συγκίνησε !

  17. Mais non mon vieux!Je voulais dire : vous m’ avez touche’ avec votre petite chanson!

    (Αυτο για κατι ξενιτεμενες ψυχες που δεν εμφανιστηκαν σ’ αυτον τον συναισθηματικο μαραθωνιο)

  18. @kirsinim.
    Μια ερώτηση, τι είναι το kirsinim; Φιορδ;
    Νομίζω επιβάλλεται ένα ούζο στου Μπακόγια άμεσα. Τόσα «Φθινόπωρα» εκεί βόρεια έχεις χάσει επεισόδια. Α, και εν τω μεταξύ μέχρι το 2009 μπορούμε να κάνουμε κι άλλα πράματα, έτσι;

    @anna.
    Άσε ρε τέτοια τιμή;
    Με τ’ αστέρια εύχομαι… κι «Αργυρόν» επιδόρπιο!
    Έφυγα ήδη ν’ ασβεστώσω το …μικρό σπιτάκι στο …Λιβάδι.

    @σελιτσάνος.
    Η σκηνή στο παρισινό μετρό –πάνε 25 χρόνια κιόλας– κάθεται στο παγκάκι και περιμένει… Όλοι περιμένουμε. Εγώ και η «ξενιτεμένη ψυχή» κάνουμε διάφορες μαλακίες γύρω. Κάποια στιγμή τον βλέπουμε ανεχιντρωμένο έτοιμο να χυμήξει σε μια Γαλλίδα που τον κατάψελνε.
    -Τί έγινε …;(πάμε κοντά… εκείνη το χαβά της)
    -&^$*#2%? touche…Q$#!???^%@…touche…. και βίρα touche
    Φτωχά τα γαλλικά μας αλλά και της «ξενιτεμένης» δεν φτάνανε για να ερμηνεύσουν την αβυσσαλέα οργή της Γαλλίδος!
    -…@#&* touche…
    Ήρθε το τρένο, κλείσαν οι πόρτες, της έβγαλε γλώσσα, του έβγαλε γλώσσα, πέσανε και κάτι φραγκολεβαντίνικα γαμοσταυρίδια… Βαβέλ!
    Η εξήγηση ήρθε πολύ αργότερα δια της εις άτοπον απαγωγής.
    -Τί έγινε φίλε; Τι της έκανες;
    -Εγώ; Κρύωνα και προσπαθούσα να ζεστάνω τα χέρια μου ανάμεσα στα σκέλια… τι να της κάνω;
    -Τα δικά της;
    -Τα δικά μου ρε!
    Η ερμηνεία της «ξενιτεμένης» ότι η κυρία θεώρησε ερχόμενη προς το ίδιο παγκάκι του μετρό ότι …της έδειχνε τ’ αρχίδια του(!) ελέγχεται ως η ορθότερη.
    ~
    Αυτό ήταν το touche που συνέλαβα φίλε κι ας με σχορνά η (άβυσσος η ψυχή της) Γαλλίς αν εννοούσε …ne touchez pas!
    🙂

  19. Για να πω την αλήθεια, αναμνήσεις από την Ψαρού δεν έχω… Δεν ήταν ποτέ από τις αγαπημένες μου παραλίες και, ακόμα και σήμερα, δεν την προτιμώ ποτέ για μπάνιο – μόνο για φαγητό στο ΝΑΜΜΟΣ κι αυτό με συγκεκριμένες συντροφιές και συγκεκριμένη διάθεση… δηλαδή όχι συχνά, σαν να λέμε…
    Καταλαβαίνω, βέβαια, τον πόνο ή την νοσταλγία όσων γνώρισαν μιαν άλλη Μύκονο – μια Μύκονο, που εγώ ίσα που πρόλαβα έστω κι όχι από μέσα, αλλά ως θεατής και τουρίστας… Είναι ίδιος ή ανάλογος με τον πόνο και την νοσταλγία όσων από μας είναι γέννημα θρέμμα και γνώρισαν μιαν άλλη Αθήνα και έχουν να θυμούνται και να λένε.
    Οι καιροί αλλάζουν και, όπως φαίνεται, αλλάζουν αναγκαστικά ή, οπωσδήποτε, ερήμην μας. Και – ας τόχουμε κι αυτό υπ’ όψιν μας – μπορεί (μπορεί, λέω, δεν ξέρω…) μπορεί να μη έχουμε δίκηο όλοι εμείς οι νοσταλγοί, μπορεί να νοιώθουμε έτσι περισσότερο γιατί μεγαλώνουμε και δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ή να προσαρμοσθούμε σ’ έναν κόσμο, που αλλάζει πολύ γοργά και που δεν μπορούμε πια εύκολα να ακολουθήσουμε ή να παρακολουθήσουμε. Η νοσταλγία – ίδιον των d’ un certain age – δεν είναι πάντα καλός ούτε σίγουρος σύμβουλος. Ό,τι ζήσαμε ήταν καλό ίσως μόνον για την εποχή, που το ζήσαμε… Δεν ξέρω, μια σκέψη κάνω, καθώς ακούω τους ακόμη μεγαλύτερους να νοσταλγούν πράγματα και καταστάσεις, που δεν μου λένε πολλά ή όλα όσα λένε σ’ αυτούς…

    Τι μένει, λοιπόν, να κάνουμε… Να χαιρόμαστε που έστω κάτι απ’ αυτά, που τα λέμε όμορφα ή γνήσια, αξιωθήκαμε έστω για λίγο και, καθώς, άλλωστε, μεγαλώνουμε κιόλας κι είναι πιο εύκολο κάτι τέτοιο, να προσπαθούμε να φτιάξουμε τον δικό μας μικρόκοσμο γύρω μας, με λίγους ανθρώπους, κάποιες μυστικές γωνιές δικές μας, στιγμές επιλεγμένες για να πάμε εδώ ή εκεί -καλά τα λέει η Fevis για την Ψαρού τον Μάιο, αφού της αρέσει που της αρέσει. Έναν μικρόκοσμο μονάχα μ’ όσα θέλουμε, όσους θέλουμε, όταν θέλουμε, μέσα!..

    Τίποτε δεν μας υποχρεώνει να μετάσχουμε στον γενικό ορυμαγδό του νησιού το Καλοκαίρι. Πολλές φορές έρχομαι και δεν βλέπω κανένα, δεν με βλέπει κανείς – το ξέρεις!
    Δεν ενοχλεί την ησυχία μου τίποτε και κανένας. Κι ας «γ…νται» οι παραλίες ή στις παραλίες… Θα υπάρχει πάντα για μένα μια μικρή γωνίτσα στο Αγράρι ήσυχη, μια ακρούλα διακριτική στον Πάνορμο ή στον Άγιο Σώστη, μια απόλυτη ερημία στον Φραγκιά, στα Τηγάνια, κάπου, τέλος πάντων… Ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο δεν πιάνω, στο κάτω-κάτω!

    Έτσι κι αλλιώς, και στην Μύκονο και στην Αθήνα και παντού όπου ζούμε ή όπου πηγαίνουμε, ουσιαστικά εντός μας ταξιδεύουμε και σ’ αυτό το εντός μας δύσκολα αποκτούν πρόσβαση άλλοι, δίχως να τους το επιτρέπουμε… Κι ας χτυπούν κι ας ολοφύρονται γύρω μας…

    Τα σέβη μου – πάντα!

  20. Πήγε ο Δημήτρης στην Ψαρού και την βρήκε.. γαμημένη λέει!!
    Εμ πως! Όταν σουβλίζανε στις καλαμιώνηδες τι επερμένανε δηλαδή;
    Ήτονε τότε όμως και 2 παλικαράκια που παένανε στις βράχοι για σούβλισμα, εκεί στα διξιά του Κεριάκου! ‘Οταν παένανε, βαδίζανε αντάμα και αγκαλιά με τις λεάμενες.. αμέ στον γυρισμό, αυτοί μπροστά και οπίσω οι κοπέλες να δυσκολοπατούν στις βράχοι!
    Κιαπό μακριά ο Κεριάκος έκανε σκιάδι με το χέρι να τις διεί ναερχόντε για να έχει στα κάρβουνα το μπιτόγκ!
    Η Ψαρού το λεπόν αν ήτονε αγάμητη θα ήταν θάμα!

  21. @asteroid.
    Βρε, δεν υπάρχει ίχνος νοσταλγίας στο κείμενό μου. 🙂
    Τουλάχιστον με την έννοια που το παρουσιάζεις. Ήτανε μια απλή καταγραφή από τον Σελιτσάνο που στολίστηκε από έναν προλογάκο δικό μου.
    Ε, ναι κι έναν επίλογο που αφορά προσωπική ματιά.
    Αυτά!
    Για το «Νάμμος» δεν το συζητώ, είναι από τα καλύτερα στέκια για φαγητό στο νησί, αν και δεν δικαιούμαι άποψης με ένα και μόνο πέρασμα από ‘κει.

    Κρατώ τον επίλογό σου, αυτό το «εντός μας ταξιδεύουμε» κυλιέται ακόμα εντός μου!!!

    @zepos.
    Αγόρι μου!
    Πολύ σούβλισμα… Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα!

  22. Mon cher vieux Selitsanos!
    Αμέσως κατηγορίες ότι τάχα δεν τόλμησα να εμφανιστώ!
    Απλώς δεν είμαι και όλη μέρα κολλημένη στον υπολογιστή να σας θαυμάζω. Είχα (αφού όλα θέλετε να τα ξέρετε) πάει στην Κύπρο και αυτή τη φορά πήγα και Αμμόχωστο.
    Salutations à tous.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s