Home

Σίγουρα αυτός ο ήχος / μεσ’ τον ύπνο μας /
δεν ήτανε το φτερούγισμα / των περιστεριών /
στην ταράτσα μας

Τη μέρα που πέθανε ο Ξυλούρης, δούλευα στο φαρμακείο του Χρήστου στην Κοκκινιά (Νίκαια τη λέγαμε). Μπαίνανε οι πελάτες, απέναντι είχαμε ένα γιατρό του ΙΚΑ, έστελνε συνταγές και σ’ ένα διάλειμμα μεταξύ μιας πίεσης και μιας πελάτισσας που ‘θελε ένα Crystal Color, άνοιξα το ραδιάκι, που ‘χαμε στο γραφείο και: «Σήμερα το πρωί πέθανε ο τραγουδιστής Νίκος Ξυλούρης», μετά ένα τραγούδι του… Έτσι απλά είπε: «Σήμερα το πρωί…»Ένα πουλί πέταξε από το ιατρείο του Μπορέτη και ήρθε και κάθισε στη μαρκίζα του φαρμακείου.

to-megalo-mas-tsirko.jpg

Ένα άλλο πουλί πήρε βόλτα το αναπαυτήριο των καλοκαιριών μας κι άρχισε να τσιμπολογάει σ’ ένα ρυθμό και μ’ ένα σκοπό μιας … απότομης ενηλικίωσης.

Πεθαίνει, ρε γαμώτο, άνθρωπος σαν τον Ξυλούρη; Όλο το καλοκαίρι το περιμέναμε μα δε θέλαμε να το πιστέψουμε.

Είχανε κυκλοφορήσει τα «Επίκαιρα» τότε με μια φωτογραφία του απ’ έξω και από κάτω: «Έβαλε ο Θεός σημάδι / παλικάρι στα Σφακιά». Τι σημάδι; Ποιο παλικάρι; Το διαβάζαμε και δε θέλαμε να το πιστέψουμε.

Μετά έγινε μια συναυλία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, σπάσαμε μια πόρτα, μπήκαμε στον αγωνιστικό χώρο, κάτσαμε κάτω από τα γκολπόστ.

– Ξεράθηκε το χορτάρι, λέει Εκείνη, πώς θα ξεκινήσουνε να παίζουνε;
– Πάντα χωράφι ήταν εδώ μέσα, και τότε που πήγαμε στο Γουέμπλεϊ χειρότερα ήτανε.

Αφού είπανε, είπανε οι τραγουδιστές, οι Μελίνες και οι λοιποί, στα τελειώματα βγήκανε κάτι Κρητικοί με τον αδερφό του επικεφαλής και πιάσανε τις τσικουδιές και τις μαντινάδες.

Τον κλαίγαμε μέχρι το πρωί, έτσι απροκάλυπτα τον κλαίγαμε από ζωντανό.

Και τι ξέραμε πριν; Ένα δίσκο μας είχε φέρει ο Μανώλης:

– Ακούτε, ρε, να μαθαίνετε!

Το «Χρονικό», «η Αρμυρή πατρίδα», το φως, το πάθος, το ξύλο της φωνής του… πώς τραγουδάνε οι αγιογραφίες, Θεέ μου;

Ο προπλασμός, τα σαρκώματα, τα φωτίσματα, ο Πανσέληνος, ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Θεοφάνης ο Κρης, σε μια φωνή όλα. Το ακούγαμε και το ξανακούγαμε.

Μετά μάθαμε και πηγαίναμε σε κάτι χαμηλοτάβανα μαγαζιά στην Πλάκα να τον ακούσουμε μέσα στην κάπνα, στον ιδρώτα, την έξαψη και τους μεταμφιεσμένους εσατζήδες, κι εκείνος εκεί με την ξύλινη φωνή του:

«Στου βούρκου μέσα τα νερά 

ποια γλώσσα μου μιλάνε

αυτοί που μου ζητάνε να χαμηλώσω τα φτερά».

Ποια γλώσσα του μιλάγανε, χαμπάρι δεν έπαιρνε. Πώς να τα χαμηλώσει εκείνα τα φτερά, που πάνω τους λες και βάσταγε όλη τη νιότη μαζί;

Και μετά κείνο το Νοέμβρη, που μας ήρθε μόλις άνοιξε η «Αρχόντισσα» να πάμε να τον ακούσουμε, λαβωμένο, με μιαν αξιοπρέπεια που τους έκανε να ντρέπονται. Συνοδεία μάς πήγανε μέχρι το Σύνταγμα. Μην ξεχνάτε πάντα τους μεγάλους δρόμους τους φαρδιούς.

Πόσες Πρωτοχρονιές γιορτάσαμε με τον «…τρελό καλόγερο από την Καππαδοκία» που μας παρότρυνε:

«Ω, μην κοιμάστε και μη νυστάζετε!»

Κι όταν όλα τούτα περάσανε κι ήρθε εκείνο το φοβερά ερωτικό ’79.

Απολυμένοι άρτι μετά 32 μήνες θητεία, έχουμε ξεχάσει πώς είναι να ‘ναι κανείς πολίτης. Βρισκόμαστε σε μια Ψαρρού βγαλμένη από τα παραμύθια.

Ο Μανώλης είχε την ταβέρνα της «Έρρικας», κι όσα βγάζουμε τόσα τρώγαμε.

Κι έφερε «Το καπνισμένο τσουκάλι», που έπαιζε από το πρωί μέχρι το βράδυ:

«ετούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγά».

Δε μας κυνηγούσε ο άνεμος, ο χρόνος μας κυνηγούσε κι ο έρωτας. Και κείνη η φωνή στα καλάμια, στη θάλασσα, στο μισάνοιχτο ψυγείο για να ‘χουμε λίγο φως μες στη νύχτα στο στρώμα της θάλασσας, ανάμεσα στα καρπούζια και τις μελιτζάνες.

Συντροφιά αχώριστη παντού. Κι όταν φορτωνόμαστε τα απογέματα αποκαμωμένοι στο τρίκυκλο, όπως βούταγε ο ήλιος μεριά της Δήλου και κοκκινίζανε τα πάντα από το πάθος και το εξαντλημένο φως, ήθελε να αρχίσουμε: «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο μπορεί νάναι από αίμα».

Μετά επειδή όλα τα ωραία τελειώνουνε, βρεθήκαμε στη Νίκαια ανάμεσα σ’ αυτά που νομίζαμε πως ξέραμε να κάνουμε. Άλλοι άνθρωποι διαφορετικοί, φίλοι, πελάτες, που ‘χανε κάνει την πορεία Χαϊδάρι-Άουσβιτς, σε βαγόνια ζώων, και σήκωνες το μανίκι να πάρεις την πίεση κι έβλεπες το σκαλισμένο νούμερο και σκαλιζότανε η καρδιά σου! Κι εκείνο το χέρι δεν ήξερες αν θα ‘πρεπε να το μετρήσεις ή να το προσκυνήσεις.

Τα μεσημέρια πηγαίναμε στην προπόνηση του Ιωνικού.

Με ένα δανεισμένο μηχανάκι, Σεπόλια-Νίκαια ήτανε καλύτερα, κι όταν το δάνειο επεστράφη η διαδρομή γινότανε με το λεωφορείο. Άγιοι Ανάργυροι-Αγία Παρασκευή-Καν Καν-Αθήνα-Νίκαια και με τα πόδια. Κι ήτανε καλά γιατί ήμαστε νέοι, κι ήτανε όλος ο κόσμος δικός μας και δε μας ένοιαζε τίποτα απ’ όλα αυτά… Ύστερα ανοίξαμε το ραδιάκι, εκείνο που ‘χαμε στο γραφείο κι ακούσαμε πως ο Νικόλας πέθανε.

Κι άρχισε η ενηλικίωσή μας. Και, μαζί, τα όνειρά μας ετοιμάζανε τις λευκές τους σημαίες.

Νίκος Γ. Κουσαθανάς (φαρμακοποιός)

δημοσιευμένο 29/03/07

στο περιοδικό «Φαρμακευτικός κόσμος»

Σημείωση 1: Το θυμήθηκα σήμερα ετούτο το κείμενο του φίλου μου του Νίκου, καθώς συμπληρώνονται 28 χρόνια από τον θάνατο του Ξυλούρη. Το «Μεγάλο μας τσίρκο» θα μπορούσε να παίζεται ακόμα  κι ο άνεμος εξακολουθεί να μας κυνηγά τούτες τις μέρες κι όσοι μας ζητούν να χαμηλώσουμε τα φτερά αλίμονο ακόμα δεν καταλάβαμε ποια γλώσσα μας μιλάνε…

Ο Νίκος Γ. Κουσαθανάς, έγραφε επί 13 χρόνια το χρονογράφημα στην εφ. «Η Μυκονιάτικη» και ήξερε να παίζει πολύ καλά και με τον χρόνο και με τη γραφή και με τη μνήμη και με το συναίσθημα.

buzz it!

Σημ. 2Εδώ ο Αllu fun Marx αναφέρεται στο Μεγάλο μας Τσίρκο.

   -κι ένα encore εδώ

Advertisements

19 thoughts on “Μνήμη Νικόλα, μνήμη νεότητας

  1. «Το “Μεγάλο μας τσίρκο” θα μπορούσε να παίζεται ακόμα…»
    και το «μπήκαν στην πόλη οι οχτροί» θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία.
    Παιδάκι του δημοτικού τον θυμάμαι αγέρωχο να έχει έρθει στο χωριό μου να κάνει βίντεο – κλιπ για την ΕΙΡΤ…

  2. Αχ! Είχα πολύ καιρό να βουτήξω σ’ αυτήν την ιδίοτυπη μεταχείριση του συντακτικού που γίνεται αλοιφή στο ιγδίον του συγκεκριμένου, ευαίσθητου φαρμακοποιού και δρα αναλγητικά σε μας που τον διαβάζουμε και τον αγαπάμε.

    Έγραψε για τον Ξυλούρη. Θα μπορούσε να γραψει για οποιονδήποτε και πάλι να κλάιω πρωι-πρωί.

    Αει, ρε άνοιξε ένα βλογ! Ειλικρινά, δεν βρίσκω άλλη χρησιμότητα σ’ αυτή την ιστορία παρά να επικοινωνούν οι (παλιοί και καινούργιοι) φίλοι με γράμματα…

  3. Παράθεμα: buzz

  4. έναν τέτοιον φαρμακοποιό να βρω στον τόπο μου και θα εθιστώ στις συνταγογραφήσεις και στη μέτρηση πίεσης δις καθημερινώς

    τσαλακώθηκα (λίγο)…..πάω να πλύνω και να σιδερώσω τη λευκή μου σημαία…

  5. @gianni.
    Το Μεγάλο μας τσίρκο μια χαρά ήταν στην εποχή του βέβαια. Φαντάζεσαι να ‘λειπε;
    Πρέπει να συμπληρώσω με λινκ του Αλού Φαν Μαρξ ένα εξαιρετικό ποστ.

    @Λουΐζα Κορνάρου.
    Ξέρεις καλά ότι του βάζεις δύσκολα. Σιγά μην αφήσει τα μολυβάκια του για σύνθετες πληκτρολογήσεις.

    @ΚΚΜοιρης.
    Ναι ήταν φοβερή η …Έξοδος!
    Αλλά να σου πω, καλύτερα μη σιδερώνεις. Βαλ’την κάτω από το στρώμα καλού κακού κι αχρείαστη…
    Ήμουνα κι εγώ εκείνο το βράδυ στη Λεωφόρο, αλλά στην απέναντι κερκίδα και να δεις κάπου εκεί παραδίπλα στον Άγιο Σάββα, πόσες …λευκές σημαίες!
    Αυτόματοι συνειρμοί βλέπεις και μακάρι να το χάρηκαν φιλοσοφώντας το λιγάκι πως χαλάλι τα τραγούδια αφού ήταν για έναν απ’ το «σινάφι τους».

  6. Σπουδαία ανάμνηση -κι έχω ανάλογες, από τους δικούς μου ανθρώπους που τον ήξεραν από κοντά…κι ευτυχώς πρόλαβα κι εγώ και τον άκουσα ζωντανά, αν και παιδάκι τότε.

    Ένα σπουδαίο ριζίτικο, με τη φωνή του: Μάνα σαν έρθουν οι φίλοι μου

    Να ‘σαι καλά

  7. Εξαιρετικό. Κι ευχαριστούμε, Δημήτρη, που μας το παρουσίασες εδώ. Είχα την τύχη να έχω γονείς που με πήγαν να δω «Το μεγάλο μας τσίρκο» όταν ανέβηκε και το Νίκο Ξυλούρη στη σκηνή. Και η φωνή του ήταν αυτή που έβαζε φωτιά στα γεμάτα ιδανικά όνειρα της εφηβείας μου, μέσα από όλους τους δίσκους που αναφέρει ο Ν.Κ. στο άρθρο του. Όλα αυτά τα βινύλια υπάρχουν, μισολειωμένα από τη χρήση, στη δισκοθήκη μου.

    Άκουσα τον Ξυλούρη να τραγουδάει ζωντανά αρκετές φορές. Είναι ένας από τους λόγους που χαίρομαι για την ηλικία μου.

  8. @νατασσάκι.
    Έβγαζε κάτι σπάνιο και νομίζω ο Νίκος πιάνει το κλίμα. Είχαμε και λόγους τότε να τον ακούμε ακόμα και στην τότε Ψαρού που αναφέρει.

    @nina C
    Θα ξανασυναντηθούμε βρε, σε μιαν άλλην εφηβεία. Έτσι δεν είναι;

  9. Πάλι μύρισε «Μυκονιάτικη» μέσα στο χειμώνα… Πάντως ο Φαρμακοποιός αντί να ετοιμάζει τις λευκές του σημαίες καλά θα κάνει να ανεβάσει τις πολύχρωμες. Αν είναι να τα παρατάμε από τώρα, κάποιος πρέπει να ξαναπεί πως υπάρχει και ηλικία της συγγραφικής νεότητας, που μετράει τον χρόνο από την ανάποδη: όσο πιο πολύ περνάει ο χρόνος, τόσο γεμίζει η πένα με χρώματα. Και αντί να διαβάζουμε κείμενο του ’07, τον προσκαλώ να μου γράψει για δημοσίευση ένα πιο φρέσκο. ( ας παίξουμε μυκονιάτικη σκυταλοδρομία). Θα το δημοσιεύσω με συνταγή και φωτογραφία για να έχουν όλοι να παίρνουν. Αν θα κάνει και βλογκ, τότε θα κάνουμε και βλογκ ασοσιέισον οφ Μύκονος υπό τον τίτλο «μεταμορφώσεις». Άντε ντε…

  10. @prospero.
    Κι ο Φλεβάρης πήγε να μυρίσει αλλά είδες τι έπαθε, προς τέρψιν ημών των ερασιτεχνών της αμπελουργίας. Τέσσερις μέρες βρέχει…
    Άσε φίλε Prospero,κάθε πράμα στον καιρό του!
    Όσο για σημαίες εκατό την ώρα να σου φτιάξω, με χρώματα και με μπορδούρα… οι άσπρες όμως θα εξακολουθούν να σηκώνονται, έτσι είν’ αυτά!
    Αν ανάμεσα στις αλήθειες του ο Νίκος καταγράφει και μια μεγάλη είναι η συνειδητή ετοιμασία των λευκών σημαιών μας! Τη δικιά του ο καθένας μας.
    Tελικά μπορεί και να με κάνεις να το πιστέψω πως «αιμορραγείς αλλά δεν σκοτώνεσαι…»!

    @σελιτσανος
    Άργησες!
    Είπα κι εγώ: Καλά ο Μεϊμάρης δεν είναι και υποχρεωτικό να αντιληφθεί πως τον αφορούν οι μελιτζάνες, αλλά εσύ, που ακόμα και το φως του ψυγείου σε σημαδεύει…

    Μιας και ζούμε σε πελάγη παραγγελιών, να παραγγείλω κείμενο με Μπαρμπασαράντη; Ε; τι λες; Το δικαιούμαι αφού περί την γαστρονομίαν τυρβάζει το μπλογκ μου.
    Για ξύσε το μολυβάκι σου φίλε!
    Θα χαρώ.

  11. Ήταν εποχές που τα συντεχνιακά έντυπα ‘αντέχανε‘ κείμενα σαν του Νίκου.

    Ήρθαν εποχές που ο φαρμακοτρίφτης πρέπει να πατήσει πληκτρολόγια για να υπάρξει.

    Κι εγώ πάλι νομίζω πως καλά πορεύεται γιατί όταν οι άλλοι ήταν trendy αυτός ήταν emo, προετοίμαζε το μέλλον. Και τώρα που όλοι γίναμε emo με βιτρίνα την κουλτουράτη γκλαμουριά, εκείνος είναι trendy για την ουσία και την αλήθεια.

    Τα σέβη και την αγάπη μου Νίκο.

  12. Υπάρχει καιρός των πραγμάτων ή πράγματα των καιρών?
    Αναρωτιέμαι…
    Το μόνο σίγουρο είναι πως πίσω από τα πράγματα κρύβεται κάθε φορά μια ανάγκη. Μάλλον αυτή δεν κρύβεται αλλά υπάρχει δυναμικά και αφού υπάρχει καλό είναι να καλλιεργείται. Σε κάνει να αισθάνεσαι πιο άνετα στην τοποσιά σου… πιο καλά μέσα στην πέτσα σου και αυτόματα η παρουσία σου γίνεται λαμπρότερη… με την καλή έννοια! Όσο για τα αμπέλια και τον Φλεβάρη, όλα θα υπακούσουν στους κανόνες του χρόνου, του τόπου, της στιγμής. Αυτές ναι, είναι λευκές σημαίες που αναρτώνται από μόνες τους κι εμείς απλά ( φευ!) θα συγκατανεύσουμε… Είδες? Ο Φλεβάρης δεν έφερε μόνο τις βροχές στα αμπέλια αλλά και τις αμπελοφιλοσοφίες…

  13. @alzap.
    Θα το χαρεί ιδιαίτερα αυτό το σχόλιο ο Νίκος. Είμαι σίγουρος.

    @prospero.
    Άρα καιρός φέρνει τα λάχανα,
    καιρός τις αμπελοφιλοσοφίες, τις ανάγκες και τις λαμπερές παρουσίες.
    Συμφωνώ!

  14. Συγνωμη για την καθυστερηση – ο θειος Ιπποκρατης βλεπεις – και για τον χωρο – τά ‘θελε ο απαυτος σου:

    Οκτώ η ώρα. Η θάλασσα καθρέφτης .Ο ορισμός της γαλήνης . Ο ήλιος , όπως πάντα , απολλώνιος . Το κούντουλο μοναχικό , αυτάρεσκο κορδώνεται στη μέση του κολπίσκου . Ο Μουγγίδης δεν έχει έλθει ακόμα να βολέψει τα jet-ski . Χθες το βράδυ γόπινγκ-λάμπει η άμμος περιμένοντας τους βαρβάρους .
    Φάνηκε ο Μανώλης με το φουσκωτό απ’ τον Πιατι-Γυαλό . Στην πλώρη καρεκλάκι να κάθεται ο γέρος .
    -Τους ταμπλάδες!
    Γρήγορα χέρια να προλάβουμε να φτιάξουμε καφέ . Βγαίνει ο άλλος Μιχάλης απ’ την αποθήκη –οι κακές γλώσσες λένε «με τις σάπιες μελιτζάνες» – ανακλαδίζεται.
    -Σούβλισες; ρωτάει μόνος του .
    -Σούβλισα; απαντάει μόνος του.
    Θυμηδία στην παρέα . Απορίες: Πως ήτανε; Που την πήγες; Παραστατική διήγηση. Καζούρα: «Άσε ρε! Απ’ το μυαλό σου τα βγάζεις!» . Διαμαρτυρίες .
    Ο Γιάννης κατεβαίνει απ’ το μονοπάτι . Ο γέρος διασχίζει την άμμο κούτσα-κούτσα με την μαγκούρα . Ανεβαίνει τα σκαλιά . Κάθεται στο τραπέζι κοντά στην πόρτα της κουζίνας .Ακούει την κουβέντα και χαμογελάει πονηρά.
    -Ρε Καιμακάμη , σούβλισες;
    -Σούβλισα μπάρμπα!
    -Ε ρε να ΄χα τα νιάτα σας! Όταν ήμουν νέος καμιά δεν μου ξέφευγε! Θυμάμαι μια φορά…
    Κι αρχίζει η διήγηση: πως η χαμηλοβλεπούσα δεν ήθελε , πως την κατάφερε , πως έτριψε αγριόσκορδα στο βρακί της , πως έτσουζε μετά και φώναζε: «ο Σαράντης έχει σκουλαμέντο»…
    Δέκα λεπτά ηρεμίας με καλαμπούρια και καφέ . Απόλαυση.
    -Άντε σηκωθείτε , πέρασεν η ώρα! Σα νά ‘ταν δικό του το μαγαζί . Του Μανώλη τού ‘λεγες : κάτσε να κάνουμε ένα τσιγάρο . Καθότανε . Ο Μπαρμπα-Σαράντης δε σήκωνε κουβέντα.
    -Αργήσαμε!
    Σερβίρουμε πρωινά . Κάθε φορά που σερβίρω ελληνικό καφέ , βλέπω εκφράσεις αηδίας . Δεν ξέρω να δουλέψω τη μηχανή . Κάποιος παραγγέλνει αυγά . Γαμοσταυρίδια απ΄τον Μπαρμπα-Σαράντη . Βγαίνει στην παραθύρα να δγιει ποιος είναι .
    Στα ενδότερα της κουζίνας . Αρμοδιότητες σαλατιέρης και ολίγον βοηθός μάγειρα .Να καθαρίσουμε ένα σακί κρεμμύδια . Το δάκρυ πάει κορόμηλο . Να κόψουμε τις ντομάτες , τα αγγούρια να τα βάλουμε σε δοχεία στο ψυγείο να ‘ναι έτοιμα για τις χωριάτικες . Ο Γιάννης τραβάει την περισσότερη δουλειά . Εγώ κάνω και τη λάτζα .Τώρα το πρωί δεν έχει και πολλά πράγματα .
    Κάνει ζέστη . Ο γέρος παλεύει με τις φωτιές . Ιδρώνει .
    -Μιχάλη ! Βάλε ένα ποτήρι παγωμένο νερό !
    Του βάζω από το ψυγείο εμφιαλωμένο . Το βατραχόνερο το έχουμε για τη λάτζα . Βάζει το ποτήρι στο στόμα του . Το φτύνει σα να έχει πιει ξύδι .
    -Βρε τι ‘ν’ αυτό; Θέλεις να με κόψει;
    Τον κοιτάω με απορία . Καταλαβαίνει την άγνοια μου .
    -Κοίταξε να δεις: θα βάλεις δυο δάχτυλα ούζο και θα τ’ απογιομίσεις . Σκέτο παγωμένο νερό θα με κόψει!
    Το βάζω , το πίνει μονορούφι . Ξαραθύμιο .
    Έρχεται ο Νίκος . Άρτι απολυθείς από τριανταδυάμηνη θητεία . Πού λεφτά για φαρμακείο . Αλλά και πού μυαλό . Να ξεκουραστούμε λίγο , να νιώσουμε άνθρωποι.
    Κάνει τον τσεκαδόρο . κάνει και λογαριασμούς . Έχει μπροστά του μια παλιά ταμειακή μηχανή , σωστή αντίκα . Από κείνες με τα σιδερένια πλήκτρα , που μένουν πατημένα μέχρι να πατήσεις σύνολο . Γραγκα-γκρούγκ γκραγκα-γκρούγκ total .Κάποτε ήλθε η εφορία . «Για άνοιξε να δούμε την ταινία» . Ανοίγει πετάγονται κάτι αράχνες . «Ρε Γιάννη γ…ω το Χριστό σου , δε σού ‘πα ν’ αλλάξεις την ταινία;» αυστηρά ο Μανώλης. Μασάει λόγια μισοκακόμοιρα ο Γιάννης . Γελάνε οι εφοριακοί. Ιστορίες να τις διηγείσαι στα εγγόνια σου .
    Δώδεκα η ώρα .
    -«Ελάτε παιδιά να φάτε!» Ο Μπαρμπα-Σαράντης. « Ε ρε τι έχω εγώ για τα θερία μου!» Μια πιατέλα με τα κόκαλα απ΄το ξεκοκαλισμένο ψητό της κατσαρόλας . Ούτε σκυλιά δεν βρίσκουν να φάνε . Βουτάμε ψωμί στο λίγο ζουμί , μπουκώνουμε . Το απόγευμα , μόλις φύγει ο Μπαρμπα –Σαράντης την πέφτουμε στην κουζίνα . Την άλλη μέρα ο γέρος ρωτάει: « Εκείνες τις δυο μερίδες ψητό που λείπουνε τις δώσατε;» «Τις δώσαμε» λέει ο Μανώλης.
    Μεσημέρι . Αιχμή της δουλειάς . Λάτζα . Τα ποτήρια στο χέρι: τα θολώνει το βτραχόνερο . Τα’ άλλα στο πλυντήριο . Τις λαμαρίνες στο χέρι . Χάνεις το χρόνο .
    Απόγευμα. Ο γέρος στο καρεκλάκι του στην πλώρη του φουσκωτού . Καθαρίζουμε την άμμο . Το φως πέφτει . Η γαλήνη επανέρχεται . Ρίχνουμε το αθερινόδυχτο . Κυκλώνουμε τον κόλπο . Τραβάμε τράτα απ’ έξω . Δυο τρία κιλά ψάρια . Στο τηγάνι με κρεμμύδι . Ρετσίνα «Υμμητός» . «Στη Μακεδονία του παλιού καιρού» και «έλα στην παρέα μας φαντάρε» . Ο Μουγγίδης χορεύει . Θαυμάζουμε όλοι : μήπως ακούει;
    Το τοπίο γαληνεύει . Σαν μην έχει πατήσει ανθρώπου πόδι για αιώνες.. Μόνο τα τραγούδια και τα καλαμπούρια μας ταράζουν την ηρεμία του .
    Στο δρόμο για τη Χώρα πέντ-έξι πάνω στο Pony . Πεζοί τουρίστες για τη Χώρα . Στάση δίπλα σε κάθε τουρίστρια: «Where ‘re you going?» Λες και υπήρχαν πολλοί προορισμοί . «To Mykonos!» «Έλα ‘πάνω» Αυτό δεν ήταν Pony αυτό ήταν αποβατικό.
    Στη Χώρα βραδάκι . Αύριο πάλι .

  15. Έχετε υπ όψιν σας κύριοι της Ψαρρούς ότι σας παρακολουθώ.
    Ο Μπάρμπα Σαράντης στο κούντουλο να μου πείτε, ανέβηκε ποτέ;
    Θαυμάζω τη μνήμη σας όλων. Μπράβο!

  16. @ Atiram

    Ενα ησυχο πρωι , που πιναμε τον καφε μας , λαδι η θαλασσα , κανει ενα μπλουμ το κουντουλο και βυθιζεται στα καλα καθουμενα . Ηταν μια ξεχωριστη μερα . Ολοι γιναμε ξαφνικα ειδικοι στις ανελκυσεις ναυαγιων . Αλλοι βουταγανε ηρωικα , αλλοι τραβαγανε τα σχοινια σα Μασιστες , αλλοι δινανε διαταγες … μια ανακατασουρα , κατι σαν τη «Θυελλα» με τον Τζωρτζ Κλουνυ σε μπουνατσα.Μεχρι και προσπαθεια ανελκυσης βυθισμενου κουντουλου με jet-ski – κι αυτο το ειδαμε . Εκτοτε το κουντουλο επωληθη . Επωληθη και η ταβερνα της Ερρικας . Εφυγε και ο Μπαρμπα-Σαραντης , που δεν προλαβε ν’ ανεβει στο κουντουλο .

    υγ.Ειδες μνημη ε; Αυτα κανει το Αϊζενχαουερ (ετσι δεν το λενε;); ξυπναει τις παιδικες μνημες και θαβει τις γεροντοτερες .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s