Θα ‘ρτει;

Στον Μανώλη έχω μια αδυναμία, απ’ όταν ήτανε πιτσιρικάς. Ανταποκρίνομαι λοιπόν στο κάλεσμά του  (και σ’ εκείνο των σχολίων της Σταυρούλας) με ένα ποίημα που γνώρισα την ίδια εποχή που γνώρισα κι εκείνον. Και στον ίδιο τόπο: Σπέτσες, Αναργύρειος, 1973.    

(εδώ θα ήθελα πολύ να συμπληρώσω δυο λόγια, για κείνα τα χρόνια, όταν άνοιξα όμως το συρτάρι μαγκώθηκα κι είπα πως δεν είναι της ώρας – βλ. σχόλια   

Κάτω από τον γενικότερο τίτλο «Αντισταθείτε» από το ομώνυμο ποίημα – διαθήκη του Μιχάλη Κατσαρού η Εαρινή Συμφωνία είχε την ιδέα κι ελπίζω τούτο να ανταποκρίνεται αξιοπρεπώς.           

                 Ιερά οδός 

Aπό τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π’ ολοένα
βουλιάζει.
                   

Γιατί εκείνο πια το δείλι,

σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ’ έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της ψυχής.
 

                                 Φανερωμένος

 μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ’ έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K’ η πέτρα
π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ’ τους αιώνες. K’ έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

 Mα να· στην ησυχία αυτή, απ’ το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

 Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό ‘να
χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K’ οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
                                     H μία,(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά ‘ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ’ εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρρά της που το κύττααν μάτια!
Aλλ’ ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
K’ εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ’ εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα
δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.

                         Tι ετούτη ακόμα

ήταν κ’ είναι στον Άδη.

                          Kαι σκυμμένο

το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ’ εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
 

                             Mα ως, τέλος,

ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K’ η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
“Θά ‘ρτει τάχα ποτέ, θε νά ‘ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ’ η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;”

                            Kι ως προχωρούσα,

και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ’ έμοιαζ’ έλεε:

                          “Θά ‘ρτει”.

 Άγγελος Σικελιανός, από τον Λυρικό βίο, Ε΄, Ίκαρος 1968

Υ.Γ. Ας παίξουν ποίηση αν το επιθυμούν

 ο Αλέκος

η Κωνσταντίνα

η φάβα με το λάδι

ο Prospero

η τσαπερδόνα

και ο οινικός Μπαμπάκης

Σημείωση: επί του προλόγου πιθανόν να επανέλθω μιας και σήμερα με περιμένει μια εξίσου ποιητική δουλειά (βράζουμε και χοιροκεφαλές με τα λάχανα ξέρετε).

Advertisements

14 thoughts on “Θα ‘ρτει;

  1. υγ από το σχόλιό μου στο ομοτράπεζο μπλογκ:


    Μη λογαριάζεις τι ήμουν τι δεν ήμουν
    δεν ομοιοκαταληκτώ με την ζωή μου

    μη ελπίσεις παρ΄εμού ούτε στίχους ούτε άλλο τι’
    μόνον δια της λύπης είμαι εισέτι ποιτής

  2. @ΚΚΜ.
    Να το κάνω λιανά:
    «το να πήζεις το τυρί»
    αν δεν με απατά η μνήμη μου είναι Άλεν Γκίνσμπεργκ.
    Είναι. Δεν είναι;

    Όπως και τούτο (χάρισμά σου):

    «Το ξέρω το μυστικό εγώ, κουβαλάω
    σαλάμι ανατρεπτικού περιεχομένου
    στον κουρελιασμένο μου χαρτοφύλακα
    ¨Σκόρδο, Φτώχια, διαθήκη για τα Ουράνια¨…»

    @σελιτσάνος
    α, μου φαίνεται κι εσείς το ποιήζετε το τυρί εκεί στο Μωριά.
    Άκου: ομοτράπεζο μπλογκ… τσ τσ τσ… ομόσταυλο μήπως; Η συνήχηση της τράπεζας με το …τραπέζι, μπορεί να μας οδηγήσει στον ανακριτή μέρες που ‘ναι.

  3. @hdd345f.
    Έπρεπε χτες να το λέγατε. Ήδη έτερψε, κόποις μεν πλην αξιοπρεπώς μετα λαχανίδων τινές εξ ημών των πιστών της επερχόμενης βροχούλας
    http://www.meteo.gr/cf.asp?city_id=16
    που άλλη δεν έχουμε έγνοια από το πως θα «τραβήξουν» την υγρασία τους τα λουκάνικα με τέτοιο γαρμπή.
    Συμφωνούμε ωστόσο πως:
    «the pig-god has the attributes of pigs: big, strong, gluttonous, bristly, noisy, agile, sharp-eyed; also a loner, a wanderer, a trespasser who could be aggressive and destructive; and sexually potent ..»
    αλλά πέστε μας πώς πετυχαίνουμε ισχυρά πιθανολογούμενης της επερχόμενης βροχής: «all the different body forms of Kamapua’a–plants, animals, and clouds called ao-pua’a (cloud banks), pregnant with rain» μ’ ένα τραγούδι;
    Έναν ψαλμό έστω!

    @σελιτσάνος.
    Μπερδεύτηκα βλέπεις καθότι γαστρονομικόν το σύνηθες περιεχόμενο του μπλογκ.
    Μην κυττάς που αποκρύπτω τα τεκταινόμενα τις άγριες νύχτες, όπου τινές εξ ημών περί σαρδέλων τυρβάζουν…
    Έχουμε κι εμείς τα DVD μας στο συρτάρι!

  4. @scalidi.
    Μπλοκαρισμένη σας είχε το σύστημα. Μόλις σας είδα.
    Δεν ξέρω αν σήμερα (χτες) ξεκίνησα ή αν αιώνες είναι που ‘χω πάρει αυτόν τον δρόμο, σε τούτο θα σταθώ που το ‘χει ήδη πει ο ποιητής:
    » Kαι σκυμμένο
    το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
    καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
    κ’ εγώ του κόσμου, μια δραχμή»
    Καλημέρα!

  5. @hdd345f
    A!

    @κυρ Μανουήλ.
    Δεν θα μπορέσω αγαπητέ.
    Άνοιξα τα κιτάπια να επιβεβαιώσω ημερομηνίες.
    Ο πριν από μένα ομιλητής (το βρήκα στον «Σπετσιώτη» του 1975), έπεσε πριν από δυο χρόνια από ένα μπαλκόνι στη Λευκωσία…
    Ο πρόεδρος εκείνου του συλλόγου έστησε μια μέρα -πάνε πεντέξι χρόνια- μια καραμπίνα στον κρόταφο κι έφυγε, σ’ ένα ξέφωτο του δάσους κάπου στα Μεσόγεια…
    Δεν ήταν απλά συμμαθητές, ήταν φίλοι μου…

  6. Ήταν άραγε ο Βασίλης Ρώτας ή ο Σωτήρης Σκήπης; … δεν θυμάμαι.!..
    Θυμάμαι μόνο (δευτέρα δημοτικού πήγαινα τότε) λίγα από τα λόγια του τα διδαγμένα από έναν θείο, τότε …στα πέτρινα χρόνια:

    Νταμ ντουμ, αμάν γιαλέλι
    η αρκούδα η καψαλή χορεύει

    χορεύει η σκλάβα η μεγαλειότητα
    στις φτωχογειτονιάς το σταυροδρόμι.

    Γύρω μαζώνεται ο χαζολαός
    σκλάβοι, φτωχοί, που ‘χουν κλεμένες τις ζωές τους
    κι’ από λαθραίον αγέρα μόνο ανασαίνουν
    μαζευονται και χαχανίζουν ξυπασμένοι
    θωρώντας της ζωής το μεγαλείο
    να ξευτελίζεται ελεϊνό παιχνίδι
    στα χέρια πιό ελεϊνής αφεντοσύνης.

    […έχει αρκετά κενά η μνήμη μου αλλά κάπως έτσι τελειώνει

    ……………………………νομίζουν
    ότι δεν έχουν χαλκά στο τρυφερό ρουθούνι.

    Χόρευε αρκούδα, χόρευε και μούγρισε απ’ τον πόνο.
    Μα κράτα την την θύμιση βαθεια στο καυκαλό σου
    Μιά δρασκελιά ειν η λευτεριά….

    Ξυπνάτε οι ξυλοτρούπηδες.!..
    Ξυπνάτε οι κουρελήδες.!..
    Ξυπνάτε οι χαμοζώητοι, οι κλεύτες της ζωής σας.!..
    Μιά δρασκελιά είναι η λευτεριά.!..
    Μιά τοσηδούλα αλυσιδίτσα που θα σπάσει.

    Κι’ ύστερα όλοι μαζί στα ξέφωτα, στα ξέγναντα
    όπως χορεύει λεύτερη η βασίλισσα του δάσου.

    Φαίνεται ότι ο ποιητής ήταν λιγότερο λυρικός από τον Αγγελο Σικελιανό αλλά διατηρούσε ακόμη κάποια μικρή ελπίδα ότι αυτοί που μόνο κλεμένες ζωές ζουν μπορεί να ξυπνήσουν. Βλέπετε.!.. την εποχή που γράφτηκε αυτό το ξεχασμένο ποίημα δεν υπήρχε ακόμα τηλεόραση.

  7. Γι αυτό μου άρεσε πολύ η πρωτοβουλία της Εαρινής Συμφωνίας-
    http://many-books.blogspot.com/2008/01/blog-post.html
    γιατί μας επαναφέρει στον δρόμο της ποίησης κι ορισμένους μας αναγκάζει να ξεφυλίσσουμε ποιητικές συλλογές πιθανόν σε βάρος του υπνωτικού που κυκλοφορεί σε συσκευασίες από 14 ιντσών ως plasma!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s