Η εποχή της Ψαρούς του ’78 σε μιαν άλλη ανάγνωση

Προχτές Κυριακή είχαμε μια ιδιαίτερα συγκινητική βραδιά στον Κήπο του Μελετόπουλου.
Κάτω από τον τίτλο Ψαρού 1978: Ήμουν κι εγώ εκεί! μιλήσαμε για μια περίοδο της Μυκόνου, που για την δική μας παρέα σημαδεύτηκε από την ταβέρνα του φίλου μας του Μανώλη στην Ψαρού και όσα συνέβαιναν εκεί, σαν κομμάτι του παζλ που συνέθετε τότε τα μυκονιάτικα καλοκαίρια.

από αριστερά, Νίκος Κουσαθανάς, Μιχάλης Μεϊμάρης, Δημήτρης Ρουσουνέλος, Μιχάλης Μπορνόβας

από αριστερά, Νίκος Κουσαθανάς, Μιχάλης Μεϊμάρης, Δημήτρης Ρουσουνέλος, Μιχάλης Μπορνόβας (φωτογραφία της Στεφανίας Ρουγγέρη)

Με αυτή την αφορμή κοινοποιώ εδώ τις σημειώσεις μου για τη βραδιά (τελικά άλλα είχα σημειώσει και άλλα είπα στα 9 λεπτά που ήταν η πρώτη μου παρέμβαση). Ακολουθούν οι δυο μικρές παρεμβάσεις που ανέγνωσα (από Φρατζέσκα Χανιώτη και Μάκη Μοράκη), τα βιντεοσκοπημένα αποσπάσματα όπως καταγράφηκαν από τον Μιχάλη Πρωτογεράκη (Mykonos ticker) όπως και τις σημειώσεις του Μιχάλη Μπορνόβα (που επίσης μιλησε εκτός χειρογράφου). Τον Νίκο Κουσαθανά θα τον απολαύσετε στα βίντεο που ακολουθούν, όπως επίσης και τοβ συγγραφέα Μιχάλη Μεϊμάρη.

ΠΑΣΧΑ  1975Στην Ψαρού ήτανε δυο τα μαγαζιά: Ο Αγγελετάκης και η Ταβέρνα της Έρικας που την έτρεχε κάμποσα χρόνια ο Μανώλης. Ο γνωστός Μανώλης, του Θαλαμιού και του καφενείου του Κωστή, που είχε ένα σκύλο τον Ρέμο, ένα κούντουλο, ένα Citroen Pony, έναν συνεταίρο που είναι σήμερα αρχιμαδρίτης, έναν αλύγιστο αρχιμάγειρα, έναν sous chef κομμωτή, …οδοντίατρο λατζέρη, τσεκαδόρο φαρμακοποιό, γκαρσονάκι ξενοδόχο, …επιστάτη πανεπιστημιακό κι από κοντά τον χορό, ένα πλήθος εθελοντών φυκοσυλλεκτών, αμμοκαθαριστών, που ενίοτε το παίζανε πελάτες.

Είχε κι άλλους πολλούς, έναν-έναν να τους πάρεις γράφεις σενάριο που σπάει ταμεία στους κινηματογράφους. Και πελάτες κανονικούς είχε. Αν μπορεί να θεωρήσει κανείς πελατεία την “επιστημονοκαλλιτεχνοπολιτικοδημοσιογραφική εξτραβαγκάνσα” της εποχής. Να θυμηθώ εδώ μερικούς: Στρατής Ζαχαριάδης, Γιώργος Βότσης, Τσουκαλάς, Πεπονής, Μαγκάκης, Αρσένης, Κίττυ Αρσένη, Τσάτσος, Βέλτσος, Παπανδρέου

Κανείς τους ποτέ δεν μπορούσε να υποψιαστεί πως «…αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο», θα μπορούσε να ναι κι από …τις εκσφενδονισμένες πιτσιλιές ντομάτας από τη χύτρα του κοκκινιστού. Πίστευαν ήταν αίμα!

Έλεγα χτες ότι χρειάστηκε όλο το ιατρικό κατεστημένο για να παρουσιάσουμε τα βιβλία ενός φίλου σαν τον Μιχάλη Μεϊμάρη. Ένας φαρμακοποιός, ο Νίκος, που δεν χρειάζεται συστάσεις κι ένας οδοντίατρος, ο Μιχάλης, που μάλλον έφυγε νωρίς. Ευτυχώς για κείνον και τη Μεσσηνία, δυστυχώς για μας και κυρίως για την παρέα της εφημερίδας «Η Μυκονιάτικη» στυλοβάτης της οποίας υπήρξε από τη γέννησή της. Ουσιαστικά και πριν από τη γέννησή της, αφού, μέχρι το περιούσιον γέννημά μας να δει το φως, κάθε λίγο και λιγάκι γιορτάζαμε τα γεννητούρια σε διάφορα μαιευτήρια της εποχής. Καληώρα σαν το …Μαιευτήριο Lotus του Καμπάνη στο Ματογιάννι!

Μιας και μιλάμε για μαιευτήρια να πούμε εδώ ότι μαζί μας θα ήταν εδώ απόψε ένας ακόμα γιατρός, ο μαιευτήρας γυναικολόγος που έχει ξεγεννήσει τη μισή Μύκονο: ο Ζαννής ο Βούλγαρης. Φαίνεται όμως ότι γεννάνε ακόμα οι γυναίκες στην Ελλάδα της κρίσης και προτιμάνε μήνα Ιούνιο. Αυτός είναι ο λόγος που υποχρεωτικά παραμένει σε άλλες επάλξεις κι απομένει σε μας εδώ να μαγειρέψουμε την αποψινή βραδιά για τον πανεπιστημιακό Μιχάλη Μεϊμάρη, τον δικό μας Μιχάλη, εδώ στον φιλόξενο κήπο του Μελετόπουλου.

Να μαγειρέψουμε είπα, κι αυτός είναι ο δικός μου ρόλος εδώ απόψε. Όχι μη χαίρεστε (ή να πω μη φοβάστε;) …δεν πρόκειται να μαγειρέψω. Κανονικά θα έπρεπε τιμής ένεκεν να είχαμε δυο εμβληματικά πιάτα του μπαρμπα-Σαράντη, ιστορικού μάγειρα στην ταβέρνα της Έρικας, την μετα-ταβέρνα του Μανώλη Φραγκίσκου στην Ψαρού (1975 – 1979). Δυστυχώς οι μυστικές εκείνες συνταγές, καταχωρημένες στα κατάστιχα των Γ.Α.ΜΑ. (όπου Γ.Α.ΜΑ. = Γενικά Αρχεία του Μανωλάκη), «πνίγηκαν» …όχι στο ναυάγιο ενός κούντουλου στα ανοικτά της θάλασσας… αλλά ένεκα πλημμύρας σε ένα υπόγειο. Έτσι τίποτα πλέον δεν υπάρχει. Ούτε φωτογραφίες, ούτε άλλα ενοχοποιητικά στοιχεία. Απομένει στην πλαστική ικανότητα των παραμυθάδων που θα ακολουθήσουν απόψε να μας ξαναβάλουν στο πλαίσιο εκείνης της εποχής, από την οποία πέρασαν κιόλας όχι πολλά… μόλις 35 χρόνια!

Δεν θα μαγειρέψω αλλά θα είμαι αυτό που ένας φίλος είπε …ο συνδετήρας ή καλύτερα θα ανακατεύω την κουτάλα στων αποψινών ιδεών και των αναμνήσεων την κατσαρόλα.

Τον Μιχάλη Μεϊμάρη τον είχα καθηγητή στην Ανωτάτη Βιομηχανική του Πειραιά.

Τυχαία κι ενώ ήμουν στο 3ο έτος συναντηθήκαμε στην Ψαρού. Δεν θυμάμαι να ήξερα τότε ότι ήταν καθηγητής μου. Εκείνος βοηθός ενός ασυμπάθιστου καθηγητή μαθηματικών ονόματι Παναγιωτόπουλος. Εγώ με τα μαθηματικά: …μισό κιμά αρνήσιο, μισό μοσχάρι, μισό κιλό ψωμί μουλιασμένο στο νερό, ένα αβγό, μια καλή τσιμπιά πιπέρι, δυό κίμινο, ολίγον αλατάκι, προσθέτουμε, διαιρούμε, τηγανίζουμε… σάλτσα ντομάτας …σουτζουκάκια το γινόμενο… δηλαδή… καμία σχέση. Στη Σχολή ανταμώσαμε μόνο μια φορά, αρκετά αργότερα, σε μια εξεταστική, εγώ τελευταίο θρανίο, εκείνος επιτηρητής. Μου είναι δύσκολο να σας περιγράψω τη χαρά μου!

Το περσινό καλοκαίρι μοιραστήκαμε με τη Φρατζέσκα από ένα βιβλίο, εκείνη πήρε το “Δυο ιστορίες σε μια τρίτη” κι επειδη “Αύγουστος ήτανε θαρρώ” στην κορύφωση της θερινής σεζόν επικοινωνούμε με μηνύματα, έλαβα στο e-mail μου το εξής το οποίο πιστεύω ότι αξίζει να κοινοποιήσω:

“Πάει, τέλειωσε. Καλοκαίρι  είναι να διαβάζεις ένα βιβλίο σε μια μέρα, κι ενδιαμέσως  να πλατσουρίζεις  στη θάλασσα και να πασαλέιβεσαι με φραγκόσυκα.

Διάβασα το βιβλίο του Μεϊμάρη  που έφερες χτες (το Δυο ιστορίες σε μια τρίτη).

Λες επειδή είχα ακούσει τόσα; Μπα. Περισσότερο επειδή μου άρεσε. Ωραίους φίλους έχεις!

Το βιβλίο είναι γεμάτο μουσικές, έχει και Μύκονο μπόλικη, πολύ Παρίσι επίσης– δίνει στεγνά όλη τη διαδρομή  των μικρών θαυμάτων που συντελούνται απ’ τις γρήγορες αποφάσεις ή τις συγκυρίες που τα νιάτα τις προσπερνούν αβίαστα. Ωραίο. Το κατεβάζεις σαν νεράκι.

Να σου πω και την  αλήθεια όμως, στην αρχή έψαχνα το κάδρο των αφηγήσεων απ’ τις βραδιές στο καφενείο του Κωστή, με Νίκο, Μανώλη, Μπορνόβα. Χαζομάρα. Όσο διάβαζα κατάλαβα ότι την οπτική γωνία της μνήμης την ξεκινάς κοιτώντας διαγωνίως απ’ το σόκορο. Άμα δε δεις τις εγκάρσιες τομές του υλικού, δεν αποκωδικοποιείς την εικόνα και τα στρώματα που κουβαλάει από κάτω. Και μάλλον ο καθένας, ξεκινάει από άλλη γωνία… 

Να το διαβάσεις σύντομα. Εγώ πάντως είχα καιρό να φχαριστηθώ ανάγνωση.

Το βράδυ που θα ‘ρθεις, φέρε καρπούζι.”

Έχοντας πάντα τον φόβο ότι δεν θα κρατούσαμε τις απαραίτητες ισορροπίες, δεδομένου ότι είχαμε αναλάβει το δύσκολο έργο να παρουσιάσουμε εκτός από κάποια ίχνη μιας άλλης εποχής της Μυκόνου, κυρίως το έργο ενός παλιού φίλου, ζήτησα τη συνδρομή του Μάκη Μοράκη (διευθυντή του ξεν. Έλενα, ζωγράφο και καθηγητή στα εικαστικά τμήματα της ΚΔΕΠΠΑΜ):

“Διαβάζοντας το βιβλίο «Ιστορίες σαν ποιήματα» του Μιχάλη Μειμάρη άναψε μπροστά μου η χαμένη Ελληνική δεκαετία του 80 με την μεγάλη μεσαία τάξη της να απογειώνεται στην ρουτίνα, τα κορίτσια να μετατρέπονται σε γκομενάκια, τα φανάρια στους δρόμους έτοιμα να τα παραβείς την στιγμή που ο Δαλιανίδης σκαρώνει το Ρετιρέ για την ΕΡΤ .

Την Αθήνα που περιμένει το καλοκαίρι για να λυτρωθεί στην Μύκονο και την Σαντορίνη.

Αναπαύτηκα γρήγορα στις αφηγήσεις του και τον ακολούθησα στα μικρά του ταξίδια με την χαρά που σου προσφέρει ένας καλός ροκ δίσκος του ‘70.

 Ο Μιχάλης από άγγελος φοιτητής του Παρισιού προσγειώνεται στην γκρίζα Αγροτική Τράπεζα και πιάνει το μπικ στυλό για να ξανασχεδιάσει τα φτερά του.

Αγαπάει τον Μπουκόφσκι, αλλά διστάζει να οδηγηθεί στο Βρώμικο Ρεαλισμό του. Όταν κοντεύει να το τολμήσει οι μυρωδιές από την κουζίνα τον σταματούν. Προτιμάει την όαση της κουζίνας, κοντά στην ζεστή κοτόσουπα, το ρύζι και το κασέρι της μάνας του. Οι γονείς είναι καλά, όλα καλά .

Τα μικρά «ποιηματικά» του ταξίδια δεν οδηγούνται στον λυρισμό , απολυτρώνονται με μαθηματικό τρόπο, αποφεύγουν το βάθος για να διατηρήσουν τις αισθήσεις ζωντανές , τις μνήμες καθαρές , ένσημα για ένα ήρεμο μέλλον.

Επικοινωνεί με τον Σάρτρ αλλά αρνείται να ακολουθήσει το τέλος του.

Προτιμά τον Χατζηδάκη, την εσωτερική ελευθερία της Μυκόνου, θέλει

να συνεχίζει να γεύεται τα φαγητά της Μαμάς του, να μνημονεύει

το Παρίσι και όχι να το βιώνει άλλο, να θυμάται τις συνήθειες του, να πίνει το γεμάτο από εμπειρίες ποτήρι κρύο από το ψυγείο και να παραμένει ερωτευμένος με την αλήθεια του περιβάλλοντος του.

Του αρκούν λίγες λέξεις για να συντονίσει την ψυχή με το μυαλό. «Τελικώς μ’ αρέσει η νεκρή ζωή» εξάλλου « ο Σουρεαλισμός είναι η Πραγματικότητα».

Το «Ιστορίες σαν ποιήματα» δεν είναι άλλο ένα εγωκεντρικό πόνημα ενός σπουδασμένου δυτικού συγγραφέα, είναι η Οδύσσεια μιας χαμένης, κουρασμένης γενιάς της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Μιας γενιάς πρωτόγονων της Νέας Εποχής. Απλή και ειλικρινής.

Τελικά αξίζει που ζήσαμε στοιχειωμένοι από τον Μάη του ’68.”

Από τον Μιχάλη Μπορνόβα

Όταν μου ζητήθηκε,την 1η Απριλίου,η συμμετοχή μου στην παρουσίαση ενός βιβλίου,το θεώρησα πρωταπριλιάτικο αστείο.Δεν είμαι συγγραφέας,ούτε κριτικός,ούτε καν φιλόλογος και η σχέση μου με το βιβλίο είναι αυτή του μέσου αναγνώστη. Εκείνο που μ’ έκανε να αντιληφθώ τη σοβαρότητα της κατάστασης ήταν το όνομα του συγγραφέα. Ένα όνομα που ξανάνοιξε ένα παραμελημένο διαμέρισμα της μνήμης.

Τον Μιχάλη τον γνώρισα στο τέλος της μαγικής δεκαετίας του ’70 εδώ,στη Μύκονο. Όντας φοιτητής τότε,δούλεψα για ένα καλοκαίρι στην ιστορική ταβέρνα της Έρρικας, του Μανόλη, στην Ψαρού. Ήταν η τελευταία χρονιά που ο Μανόλης είχε την ταβέρνα και η πρώτη δική μου στο νησί. Ήμουν λατζέρης, έκοβα σαλάτες, καθάριζα κρεμμύδια κι έκανα τέλος πάντων ό,τι υπαγόρευε η θέση μου ως ανθυποβοηθού. Οι μέρες κυλούσαν με μια ρουτίνα που στα νεανικά μου μάτια δε φάνταζε και τόσο τραγική. Το πρωί έφερνε ο Μανόλης τον Μαρμπα Σαράντη-τον μάγειρα-με το φουσκωτό απ’ τον Πιάτι Γυαλό.Πίναμε έναν σύντομο καφέ και ριχνόμασταν στη δουλειά μέχρι τις έξι τ’ απόγευμα. Τότε η παραλία άδειαζε. Αν είχανε ξεμείνει τίποτε φίλοι εκείνη την ώρα, ριχνόμασταν στους Υμηττούς με πρόχειρους μεζέδες-το ψητό του Μαρμπα Σαράντη δεν τολμούσαμε ούτε να το σκεφτούμε- υπό την μουσική συνοδεία του στερεοφωνικού του Μανόλη, το οποίο έπαιζε ακαταπαύστως το «Σεγιάνι μου στον κόσμο» του Μαρκόπουλου και τα «Τραγούδια της Χαρούλας» του Λοΐζου. Τις περισσότερες φορές όμως δεν έμενε κανένας κι έτσι ξεκινούσαμε, με ό,τι μέσον βρίσκαμε, για τη Χώρα. Το συνηθέστερο μέσον ήταν το φοβερό όχημα του Μανόλη,ένα Pony, του οποίου ο κατασκευαστής ούτε καν είχε διανοηθεί τον αριθμό των ατόμων που μπορούσε να μεταφέρει. Αυτή, λοιπόν, η καθημερινή ρουτίνα έσπασε με την άφιξη ενός ομορφοφτιαγμένου τριαντάρη, με σπίθες στα μάτια και το γέλιο μόνιμο στα χείλη.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τον Μιχάλη είναι το χιούμορ. Ένα χιούμορ πηγαίο,καταλυτικό,που διατρέχει όλην την κλίμακα από τον λεπτό υπαινιγμό,με άφθονο αυτοσαρκασμό,μέχρι το χοντρό καλαμπούρι. Όπως η ιστορία με τη σάπια μελιτζάνα.

Κάποια μέρα ανακάλυψε , δεν ξέρω πού-στα σκουπίδια υποθέτω- μια ζουπηγμένη μελιτζάνα. Την πήρε,λοιπόν,και μες στο μεσημέρι κι ενώ το μαγαζί ήταν γεμάτο,άρχισε να περιφέρεται ανάμεσα στα τραπέζια, κραδαίνοντας τη μελιτζάνα δίκην λαβάρου και φωνάζοντας: «Ορίστε κύριοι τι σας ταΐζει αυτός ο άνθρωπος!»

Καταλαβαίνετε,βέβαια,ότι χάριν της ανεκτικότητας του Μανόλη απεφεύχθη το μοιραίο.

Κι όμως ο ίδιος άνθρωπος ήταν εκείνος που, μ’ένα μη προσβλητικό υπαινικτικό σχόλιο, μπορούσε να φέρει σε μεγάλη αμηχανία τον κομπορρήμονα αφηγητή, αναγκάζοντάς τον να «τα μαζέψει» και να βάλει νερό στο κρασί του.

Στην Αθήνα συναντηθήκαμε μόνο μια φορά,στο σπίτι του,με μια παρέα Μυκονιατών –εγώ της προσκολλήσεως βέβαια- όπου μετά από μια ευχάριστη βραδιά,έφερε και μας διάβασε κάποια απ’ τα γραπτά του. Αν δε με γελά η μνήμη μου αυτά τα γραπτά κοσμούν τώρα κάποιες σελίδες του προηγούμενου βιβλίου του, του «Δύο εποχές σε μια Τρίτη».

Θέλω να σταθώ λίγο σ’ αυτό το βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Γραμμένο με την αμεσότητα του προφορικού λόγου, διακρίνεται για το χιούμορ και τον πανταχού παρόντα αυτοσαρκασμό. Όταν το διάβαζα είχα την αίσθηση ότι είχα τον ίδιον τον Μιχάλη μπροστά μου να μου αφηγείται τις ιστορίες του,κάνοντας τις γνωστές χειρονομίες και αστείες γκριμάτσες που συνήθιζε.

Όταν λοιπόν πήρα τις «Ιστορίες σαν ποιήματα» στα χέρια μου προετοιμάστηκα για μια παρόμοια εμπειρία.

Καταλαβαίνετε την έκπληξή μου. Αν το προηγούμενο βιβλίο ήταν η εξωτερική αφήγηση της παρέας, εδώ βρέθηκα να περιδιαβάζω ευαίσθητα εσωτερικά τοπία. Η ένταση της παρέας μετουσιώνεται σε ένταση εσωτερική. Δανείζομαι ένα απόσπασμα από μία από τις «ιστορίες», που θα μπορούσε να είχε γραφτεί ακριβώς για να περιγράψει αυτή τη μετάβαση. Γράφει:

 «…Της τρελής.Όλοι στον μπαξέ.Κρέας στο χαρτί με
μπόλικο σκόρδο και τυρί,μακαροτσίνι και πατάτες,
όλα μέσα στον φούρνο τον χτιστό,τον ημισφαιρικό,
με τη μεγάλη φλόγα και τις κληματόβεργες.
Ξαφνικά λοιπόν,τραβιέμαι λίγο πιο ‘κεί,λίγο,
λίγο μακρύτερα αλλά κιόλας πολύ μακρυά με
απόηχους από τη μουσική και κάποιον δικό
μου στα χέρια μου ή στο μυαλό μου….»

 Εδώ δεν έχει πια αστειάκια και γκριμάτσες. Το μόνο χιούμορ που επιτρέπεται είναι ο αυτοσαρκασμός.Αγωνία και αναστοχασμός.Έρωτας και απελπισία.Ευτυχία και απόγνωση.Αλλά και εικόνες.Απλές εικόνες μιας καθημερινότητας,που θα μπορούσε να ανήκει στον καθένα μας και που τις διαβάζουμε και υπομειδιούμε.Είναι οι πίσω σκέψεις που όλοι κάνουμε αλλά που οι κοινωνικές συμβάσεις δεν μας επιτρέπουν να εκφράσουμε. Λέει:

 «Της μηχανούλας τα καλά,της programmable
είναι πολλά»,
μας λέει ο δικός σου καθώς εμείς
χασμώμεθα και γελάμε μεταξύ μας
φοβερά κι απελπισμένα
για την τύχη του τη μαύρη:
Χέσε μας ρε φίλε.

 Ή αλλού:

Τώρα πλεον που ‘μαστε σε τόσο μικρή απόσταση,
ψυχική,σωματική και κυρίως ηθική,
της επιτρέπεται να με κοιτάζει ντροπαλά στα μάτια
και να παραδεχτεί «είμαι παρθένα».
Άι στο διάολο μωρή!

 Σε άλλα σημεία πάλι ξεχειλίζει η τρυφερότητα.Μια τρυφερότητα για το αντικείμενο του έρωτα,που αγγίζει τα όρια της παιδικής αφέλειας και που όλοι την έχουμε νιώσει αλλά δεν τολμούμε να την παραδεχτούμε:

 Πάρε με αστεράκι,πάρε με ψηλά μαζί σου,
πάρε με αστεράκι,πάρε με,δρόσισέ με.
Ας ταξιδέψουμε αγκαλιά στον ουρανό,στο αεράκι,
όπως μέσα στη θάλασσα,πιασμένοι απ’ τους ώμους.
Αγκαλιά,τούφες-τούφες στα χέρια μου,στα δάκτυλα
τα μαλλιά σου.

 Οι «Ιστορίες σαν ποιήματα» δεν διεκδικούν δάφνες από την Ερατώ. Δεν ζητούν φιλολογικά εύσημα. Μας το δηλώνει εξάλλου ο συγγραφέας ήδη από τον τίτλο τους. Το διακύβευμα είναι η ειλικρίνια. Τα συναισθήματα εκτίθενται εν τη γενέσει τους γυμνά, αφτιασίδωτα. Τα βιώματα, ανεπεξέργαστα, παρελαύνουν με την αλήθεια του αυθόρμητου. Ο συγγραφέας δεν ντρέπεται να εκθέσει τα πάθη, τις χαρές,τις λύπες,τις μικρότητες και το μεγαλείο που εμπεριέχονται σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, χωρίς μεταμφιέσεις και διερμηνείες. Δεν διστάζει να γράψει:

 …και να σου ξαφνικά η ηρωική ιαχή,
η λεβέντικη η στροφή ηχεί,
α, ρε, μια αυτοκτονία που ‘χω να ρίξω.

Ή παρακάτω:

 Ανατριχιάζεις, με ψάχνεις
στις σκόνες και τα τηλέφωνα. Χαίρομαι.
Θέλω να μην μπορείς, να υποφέρεις χωρίς
εμένα και να πονάς.

 Ο Μεϊμάρης έχει λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία,με ογκώδες συγγραφικό ακαδημαϊκό έργο. Εδώ όμως πετά την τήβεννο και φωνάζει:είμαι απλώς ένας άνθρωπος όπως όλοι σας.

Αν ψάχνετε για καλολογικές φιοριτούρες και λυρικές εξάρσεις μην το πάρετε το βιβλίο. Αν ψάνετε για πιασάρικες ατάκες, δυσνόητα λεκτικά μορφώματα κι εξυπναδικισμούς μην το διαβάσετε. Αν όμως σας ενδιαφέρει η απροκάλυπτη έκθεση μιας ανθρώπινης ψυχής,χωρίς στολίδια και ψιμύθια,τότε διαβάστε το και δεν θα απογοητευτείτε.

Mihalis Meimaris- Mihalis Bornovas- skylos Remos- Psarou 1979

Ο Μιχάλης Μεϊμάρης είναι καθηγητής Νέων Τεχνολογιών και Μ.Μ.Ε. στην Επικοινωνία και την Εκπαίδευση του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι Διευθυντής του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Εφηρμοσμένης Επικοινωνίας (Ε.Π.Ι.Ε.Ε.). Διευθύνει επίσης το Εργαστήριο Νέων Τεχνολογιών στην Επικοινωνία, την Εκπαίδευση και τα Μ.Μ.Ε., το οποίο ανήκει στον Τομέα Πολιτισμού, Περιβάλλοντος, Επικοινωνιακών Εφαρμογών και Τεχνολογίας του εν λόγω Τμήματος.

Έχει τιμηθεί από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος του Ακαδημαϊκού Φοίνικα

(Chevalier de l’Ordre des Palmes Academiques). Περισσότερα για τον Μιχάλη Μεϊμάρη στο meimaris.gr

MEIMARIS_mykonos_books lowΕυχαριστίες, στο Cine Μαντώ και τα αδέλφια
Δημήτρη και Αντώνη Κιούκα για τη φιλοξενία,
τον Νίκο Ασημομύτη και τον Γιώργο Ξυδάκη
για τα κρασιά που ζέσταναν όσο έπρεπε τη βραδιά

περισσότερα εδώ:http://karvouna.wordpress… 

και στης Ψαρούς την ολόξανθη ράχη

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 59 other followers