ΑΓΩΝΙΑ 013 Stop- καράβι ταξιδεύει στον αυτόματο Stop!

23.04.2013 Τούρλος

23.04.2013 Τούρλος

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, ένα Μυκονιατάκι είχε γράψει σε έκθεση με θέμα “το Λιμάνι του νησιού μας”:
“…Το λιμάνι της Μυκόνου είναι μικρό αλλά χωράει μεγάλα βαπόρια…”
Από τότε πέρασαν χρόνια κι άλλα χρόνια.

Το λιμάνι μεγάλωσε, τα βαπόρια μεγάλωσαν, σήμερα μάλιστα 23.4.13 έχουμε τη χαρά να υποδεχόμαστε 2000 τουρίστες με το εικονιζόμενο κρουαζιερόπλοιο.
Η ζωή είναι ωραία,

ο ουρανός είναι γαλανός,

η θάλασσα να την πιεις στο ποτήρι,

ο Θ$ός ακόμα μαζί μας…

Με τον τρόπο του Γ.Σ.

“παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
το καράβι που ταξιδεύει το λένε – ΑΓΩΝΙΑ 937″
” Γ. Σεφέρης “Τετράδια Γυμνασμάτων”

 

 

 

Να χτίζεις τα οχυρά σου και να τα γκρεμίζεις

Georgousis 1Georgousis

Δεν τον είχα, δυστυχώς ανάμεσα στους καθηγητές μου. Παραμένει συμβολικά όμως δάσκαλός μου αγαπημένος: Χρίστος Γεωργούσης από την Πάρο. Τον γνώρισα αργότερα σαν την ψυχή του πολιτιστικού συλλόγου “Αρχίλοχος”. Τον απόλαυσα σαν συγγραφέα.
Σφράγισε με την παρουσία του μια γενιά ομηλίκων μου Μυκονιατόπουλων. Μακάρι να είχε συνέχεια η ολιγόχρονη παραμονή του στο νησί. Κάτι θα είχαμε γλυτώσει!
Γιατί παρά τις σωστές κατευθύνσεις, τις ελπιδοφόρες επιλογές ή και τα όποια λάθη εκτίμησης της στιγμής, η ιστορία τραβά τον ανήφορο, στήνοντας κάστρα, γκρεμίζοντας άλλα και δεν είναι μεγαλύτερη ελευθερία από αυτή: Να χτίζεις τα οχυρά σου και να τα γκρεμίζεις, να χαράζεις δρόμους και να αλλάζεις δρόμους, να τραβάς δύσκολα, ανηφορικά μονοπάτια και να απολαμβάνεις ανέμους δημιουργίας με ελευθερία και ανοιχτή καρδιά.

Ο Χρίστος Γεωργούσης δίνει το “παρών” σε σύγχρονα μέσα δικτύωσης.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι από το σημερινό Status του στο FB*.

Μόλις είχε βγει (1956) το τραγούδι του Μητσάκη «Όπου Γιώργος και μάλαμα». Μετά το τέλος της σχολικής μέρας, ο Γιώργος, ο Μανώλης, ο Ιάκωβος κι εγώ, ίσως και άλλοι, αγκαλιαζόμαστε και κατεβαίναμε από το σχολείο στο κέντρο του χωριού (Λεύκες) τραγουδώντας: «Μα η δική μου η καρδιά δεν έχει αντάλλαγμα, όπου Γιώργος και μάλαμα!». Μας κατάγγειλε ένας πατέρας στο δάσκαλο κι αυτός μας μάλωσε. Ακούς εκεί να τραγουδάμε! Στο σχολείο της εποχής ο εθνικός ύμνος και τα χριστιανόπουλα (τραγούδι του κατηχητικού) ήταν τα μόνα επιτρεπτά. Όλα τα άλλα, ήταν άσεμνα κι απαγορεύονταν!
Το παρακάτω κείμενο είναι από ποινολόγιο του 1948 του Γυμνασίου Πάρου:

Απεβλήθησαν οι τάδε μαθητές «διότι κατά τας διακοπάς των Χριστουγέννων διέπραξαν αταξίας απαδούσας προς την μαθητικήν ιδιότητα. Εθορύβουν εν θεάτρω, εις ώρας νυχτερινάς περιήρχοντο τας οδούς ασέμνως άδοντες και ηνώχλουν γραίαν».

Στα χρόνια του εξαταξίου γυμνασίου (1958-63) ο γυμνασιάρχης απαγόρευε να πάρουμε, φυσαρμόνικα, κιθάρα ή άλλο όργανο μαζί μας σε εκδρομές μην τυχόν και τραγουδήσουμε! Παντού στις μαθητικές συναντήσεις τα άσματα απαγορεύονταν! Και από αντίδραση και αίσθηση χιούμορ τραγουδάγαμε ως απάντηση «τα Χριστιανόπουλα θα πάμε με φτερά// μήνυμα να φέρουμε που φέρνει τη χαρά!». Αυτή η κατάσταση είχε σχέση με την επίδραση της εκκλησίας στη σχολική αγωγή και με ένα συντηρητισμό που ενδημούσε στα σχολεία. Έχει ενδιαφέρον να δούμε ότι κάθε τι που θα μπορούσε να ξυπνήσει, να εξεγείρει το πνεύμα μας ήταν σε απαγόρευση.
Το 1975, όταν πρωτοδιορίστηκα στη Μύκονο συνεννοηθήκαμε με τη γυμνασιάρχη να βάζουμε μουσική στα διαλείμματα. Αρχίσαμε με κλασσική μουσική κι ελληνικά τραγούδια. Γονείς το κατάγγειλαν στην Επιθεώρηση και ο Επιθεωρητής από τη Σύρο πήρε τηλέφωνο αμέσως:
-Το κάνατε καφενείο εκεί;
Ευτυχώς η γυμνασιάρχης (Κωνσταντινίδου αν θυμούμαι καλά) ήταν τολμηρή, ως απάντηση μου φώναξε να ανεβάσω την ένταση (!) και η μουσική καθιερώθηκε για μερικά χρόνια για να κερδίσει στο τέλος η υπαλληλία τη μάχη και να σταματήσει. (Το παρόν ας είναι ταπεινό μνημόσυνο για την γυμνασιάρχη που απεβίωσε ξαφνικά στη Μύκονο το 1978. Έσπρωξε τα πράγματα προς τα εμπρός με την τόλμη της). Αργότερα καθιερώθηκε η μουσική στα σχολεία ως μάθημα όμως και όχι ως αναζήτηση, δεξιότητα και έμπνευση. Τον καιρό εκείνο ο εμπνευσμένος Μυκονιάτης λογοτέχνης (καθηγητής τότε) Παναγιώτης Κουσαθανάς** παρουσίασε στα παιδιά την Πέμπτη του Μπετόβεν το απόγευμα στο σχολείο και σε μια ιστορική του διάλεξη μίλησε στον κόσμο της μικρής πόλης για τη μουσική και την αξία της.
Η ποίηση, η μουσική, η τέχνη είναι επαναστατικά, ξυπνούνε ευαισθησίες ασυγκράτητες και γι’ αυτό δεν πρέπει να λειτουργούν ως μάθημα, αλλά ως πολύτιμες τεχνικές απογείωσης. Να μην ξεχνούμε ότι και η χούντα απαγόρευσε μουσική και ποίηση.

~

*Ο Χρίστος Γεωργούσης στο FB εδώ: http://www.facebook.com/profile.php?id=1610629467&ref=ts&fref=ts

** Τώρα που το σκέφτομαι, ούτε τον Παναγιώτη είχα καθηγητή, όμως κάπως αργότερα κι ενώ μας είχε ήδη συνδέσει μακρόχρονη φιλία και ενασχόληση με κοινά πράγματα αγαπημένα, άκουγα από το στόμα της Αλέκας, της Φρατζέσκας και άλλων μαθητών του, το πόσο εποικοδομητικά διαφορετικός ήταν στο μάθημά του. Κι ήταν διπλό το ξάφνιασμα όταν κάθε φορά συνειδητοποιούσα ότι αυτό το τόσο πλούσιο διδακτικό έργο έρχονταν από έναν συμπολίτη μου καθηγητή των Αγγλικών. Σπάνιας πάστας εκπαιδευτικός, αναβάθμισε σε πρωτεύον στη συνείδηση των μαθητών του ένα τριτεύον γνωστικό αντικείμενο, όπως η διδασκόμενη στα σχολεία “ξένη γλώσσα”.

Στο πιο μεγάλο περιβόλι κηπουρός

Αντώνης Νάζος, του Φραζέσκου, 1999, φωτογραφία της Νίνας Κουλετάκη.

Ξέραμε πως είμαστε στα μισά του ανήφορου για το χωριό της γιαγιάς μου της Δεσποινάρας στο Σκαλάδο, όταν βλέπαμε τη χειρόγραφη προειδοποίηση στον τοίχο με μεγάλα γράμματα:

ΠΡΟΣΟΧΗ   ΠΑΙΔΙΑ 

ΠΑΡΑΚΑΛΩ   ΤΑ   ΜΑΞΙΑ   ΑΡΓΑ

Τα παιδιά μεγάλωσαν, έκαναν δικά τους παιδιά. Τα “μάξια” πια κατέκλυσαν τους δρόμους. Η ανήσυχα προειδοποιητική ανακοίνωση, γραμμένη κατευθείαν στον τοίχο με φαρδύ πινέλο και μπλε μπογιά, δεν υπάρχει πια. Έπεσε μαζί με το μονοκάμαρο κτίσμα για να φαρδύνει τότε ο δρόμος μπροστά στο χωριό του Αντώνη, ενός ωραίου Μυκονιάτη. Σήμερα έπεσε κι ο ίδιος. Έφυγε, καθώς συνηθίζουμε να λέμε. Ήταν ένας από τους τελευταίους παλιούς μπαξεβάνηδες.

Είναι φορές που ακούς την καμπάνα και δεν δίνεις σημασία. Άλλοτε πάλι με την πρώτη καμπανιά σφίγγεται η καρδιά σου. Το ξέρεις πως αν ρωτήσεις για ποιον χτυπά, η απάντηση θα επιστρέψει με μια σκληρή αλήθεια. Δεν ρώτησα.  Για να είμαι ειλικρινής δεν χρειάστηκε καν’, δεδομένου ότι σε λίγη ώρα πέρασε από μπροστά μου η πομπή. Τα λουλούδια στα χέρια των ανθρώπων, τα πιο πολλά από κήπους φρεσκοκομμένα, μαρτυρούσαν άνθρωπο της γης, “χωριανό”!
Δεν ξέρω πόσο ελαφρύ μπορούσα να ευχηθώ να είναι το χώμα που θα τον σκεπάσει σε λίγα λεπτά. Εύχομαι όμως, ο Αντώνης Νάζος του Φρατζέσκου, κι όλοι όσοι ανακατεύονται με την καλλιέργεια της γης σε δύσκολους σαν το νησί μας τόπους, να έχουν με τον καιρό αποκτήσει με το χώμα -καθώς το ορίζει η Κική Δημουλά- μια εξοικείωση.
Καθώς από σεβασμό προς τον εκλιπόντα, κλείνουν η μια μετά την άλλη οι πόρτες των μαγαζιών στο Ματογιάννι, αποχαιρετώ βουβά τον Μπαρμπαντώνη. Είχα χρόνια να τον δω και σήμερα πια δεν έχω άλλη να του δώσω παραγγελιά, παρά καθώς αναλαμβάνει πλέον κηπουρός στο μεγάλο περιβόλι του Παράδεισου*, να δώσει χαιρετίσματα στη Σοφιά και στ’ Αποστολάκι, στη Βαγγελιώ απ’ το Σκαλάδο, στον Νικόλα απ’ τη Ληνώ, τον Αθανά του Αντριά, τον Μπαρμπ’-Αντρέα και τη Φρασκούλα απ’ τη Λαγκάδα, τον μπαρμπα- Μανούσο τον Σκιο, κι όλο το σινάφι της μυκονιάτικης αθωότητας που έδεσε το ατσάλι της τουριστικής εικόνας της Μυκόνου.

Αντώνης Νάζος, φωτο, αρχείο του Δημ. Κουτσούκου

“Σαν να διάλεξες” **

Παρασκευή είναι σήμερα θα πάω στη λαϊκή

να κάνω έναν περίπατο στ’ αποκεφαλισμένα περιβόλια

να δώ την ευωδιά της ρίγανης

σκλάβα σε ματσάκια.

 Πάω μεσημεράκι που πέφτουν οι τιμές των αξιώσεων

βρίσκεις το πράσινο εύκολο

σε φασολάκια κολοκύθια μολόχες και κρινάκια.

Aκούω εκεί τι θαρρετά εκφράζονται τα δέντρα

με την κομμένη γλώσσα των καρπών

ρήτορες σωροί τα πορτοκάλια και τα μήλα

και παίρνει να ροδίζει λίγη ανάρρωση

στις κιτρινιάρικες παρειές

μιας μέσα βουβαμάρας.

 Σπάνια να ψωνίσω. Γιατί εκεί σου λένε διάλεξε.

Eίναι ευκολία αυτή ή πρόβλημα; Διαλέγεις και μετά

πώς το σηκώνεις το βάρος το ασήκωτο

που έχει η εκλογή σου.

Eνώ εκείνο το έτυχε τι πούπουλο. Στην αρχή.

Γιατί μετά σε γονατίζουν οι συνέπειες.

Aσήκωτες κι αυτές. Kατά βάθος είναι σαν να διάλεξες.

 Tο πολύ ν’ αγοράσω λίγο χώμα. Όχι για λουλούδια.

Για εξοικείωση.

Eκεί δεν έχει διάλεξε. Eκεί με κλειστά τα μάτια.

χωριό= αγροικία στο μυκονιάτικο ιδίωμα

χωριανός= ο ασχολούμενος με τα …χωριανά (αγροτοκτηνοτροφικά) κάτοικος του “χωριού”.

*Η φράση κηπουρός στο μεγάλο περιβόλι του Παραδείσου είναι του Γιώργου Ριζόπουλου

 ** H εφηβεία της λήθης, της Κικής Δημουλά, Στιγμή 1994

Γηράσκω αεί…

Καμμιά φορά συναντάμε, πίσω από ώριμες συμπεριφορές, την άγουρη στα μάτια μας σπορά μας. Καθώς σαν καλλιεργητές πάει καιρός που τα μηνύματα τα επιστρέφαμε στον αποστολέα ως απαράδεκτα, δικαίως ξαφνιαζόμαστε όταν μας αποκαλύπτεται η αδαμιαία περιπλάνηση του βασιλιά εν δήμω.

H Frida Kahlo στο νοσοκομείο, ζωγραφίζει τον νάρθηκά της με τη βοήθεια καθρέφτη, 1951

Κάποιοι, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές τους, βρίσκουν τρόπο με μια εσωτερική δύναμη που αναλύει κι ερμηνεύει όσα συμβαίνουν γύρω τους, να τα υπερβαίνουν.

Ένα απαστράπτον επαγγελματικό χαστούκι, μια αναπάντεχη απώλεια, μια προσβολή της υγείας, κάποιες παράλογες συμπεριφορές, ένα δημόσιο ξεκατίνιασμα, μια κοινωνική απαξίωση, προσφέρουν (για παράδειγμα) μια νέα ανάγνωση χαρακτήρων σε μια παράσταση παράλογη στην οποία άθελά μας συμμετέχουμε.
Αυτή η νέα ανάγνωση, είναι μια χρήσιμη κατάκτηση γνώσης, η οποία όσο κι αν λογίζεται ως ακριβά πληρωμένη, πιστώνεται κανονικά και χτίζει θετικό πρόσημο στη σούμα του τέλους της ημέρας. Όσοι το καταφέρνουν βγαίνουν σοφότεροι. Προσφέρουν στον εαυτό τους ηρεμία, στους οικείους και στους γύρω παρακαταθήκες στάσεων και συμπεριφορών.
Προσωπικά δεν το ‘χω με τις παρακαταθήκες. Προτιμώ τις αναγνώσεις. Τα μαθήματα στο ταμείο ζωής σαν δομικά υλικά για χτίσιμο τα λογίζω.  Και χαίρομαι γιατί είναι φορές, που ώριμες συμπεριφορές σφυρηλατούν και τον δικό μου άγουρο χαρακτήρα.

Υ.Γ.1 Γηράσκω αεί διδασκόμενος: Ένα παιχνίδι με δίχως κανόνες φτάνει κάποτε στο τέλος του, που δεν είναι παρά η αρχή ενός νέου …με κανόνες!

Υ.Γ. 2 Από την “Κατάσταση Πολιορκίας” της Ρένας Χατζηδάκη
“…Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ‘ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς, τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει”.

Μια δυο αυταπάτες δρόμος είναι…

Στολίζω εδώ το κείμενο της “Moment Inthe Wind”, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πως γίνεται μ’ αυτά τα πράγματα.
Πες πες, όλο και κάποιος μπορεί και ν’ ακούει!
Πριν την ακούσει οριστικά, δηλαδή…

“πιάσε λίγο να διπλώσουμε τα σεντόνια”
“μου περνάς μια στιγμή την βελόνα”?
“έχει το νου σου λιγάκι στο φαί, πετάγομαι για ψωμί
“για έλα μωρέ να δεις, που σκάλωσε πάλι το ρημάδι το φερμουάρ?”
“έλα να κρατήσεις λίγο την σκάλα να κρεμάσω την κουρτίνα”
… “το απόγευμα να πιάσουμε μαζί να πάμε τις γλάστρες μέσα, έπιασε αέρας ………
Είτε απευθυνόταν στον πατέρα μου, σε μένα, σε κάποιο από τα αδέρφια μου, δεν υπήρχε μέρα που κάτι να μην χρειαστεί. Σε κάτι να μας χρειαστεί, όχι να μας διατάξει.
Διαβάζω διαρκώς τον τελευταίο καιρό καλέσματα κάθε μορφής περί κοινωνικής αλληλεγγύης, κελεύσματα περί των αυτονόητων δηλαδή που δεν θα έπρεπε καμια κρίση να μας τα υπαγορεύσει και σκέφτομαι καμιά φορά πως και κάπως έτσι, από τα πιο μικρά και με τον πιο ύπουλο τρόπο, χάθηκε το παιχνίδι με τις συλλογικότητες, με όλες τις σπουδαίες συμμετοχικές διαδικασίες μας.
Από τότε που οφείλουμε όλα να τα μπορούμε μόνοι μας και να περηφανευόμαστε γι΄αυτό.
Και ξέρεις από το να διπλώνεις τινάζοντας το ασιδέρωτο σεντόνι στο κρεββάτι μέχρι να ισιώσουν οι άκρες για να μην υποχρεωθείς ή και γιατί κι ο άλλος κουρασμένος είναι, από το να φοράς κουμπωμένο το σουτιέν, από το να μη ζητάς από τα παιδιά το παραμικρό γιατί εκείνα ή “δεν ξέρουν” ή έχουν “τα διαβάσματά τους”, από το “έτοιμο είναι, ας φάει ο καθένας μόνος όποτε πεινάσει”, από το να συμπεριφέρεται σαν μόνος μέχρι οριστικά και αμετάκλητα ολομόναχος ο καθένας να ζει μέσα στο ίδιο σπίτι, δεν θέλει και πολύ. Μια δυο ακόμη αυταπάτες δρόμος είναι. Μικρές. Πολύ μικρότερες από εκείνες της παντοδυναμίας του καθενός.

μήνα ‘ναι για Χριστούγεννα, μήνα για …χαροκόπι;

Αίφνης καθώς τα Χριστούγεννα έλεγαν πως ήρθαν σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο, κάποιοι  φωστήρες αποφάσισαν να ρίξουν για την τιμή των όπλων καμιά δεκαριά μίζερα βεγγαλικά στον αέρα.

Σάστισ’ ο κόσμος μεσ’ στη νύχτα κι απορεί: “μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι”;

Για να ‘ρθει αμέσως η φωνή του Λωλοστεφανή:

Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι, φαίνετ’ οι δημαρχοσύμβουλοι πως κάνουνε Χριστούγεννα με τ’ αντιδημαρχόνια…

Το σχοινί της Αγίας Κυριακής τσιτώθηκε κάνοντας να χορεύουν τρελά τα σημαιάκια, σκιάχτηκαν τα περιστέρια γύρω από τη Δημαρχία, αναστατώθηκαν οι κολίνες στο μύλο του Πεντάρα, τρόμαξαν οι δεκαοχτούρες στη Λάκα, ως και ‘κείνος ο Μαύρος, ο κάσουλας της Ζαμπελώς μεριά τη Λίμνη, ανεχιντρώθηκε. Κάποιοι μάλιστα που πίστεψαν ότι κάτι θα γίνει, κι από κάπου τέλος πάντων θα φανεί το περιβόητο “πνεύμα των Χριστουγέννων” με τη μορφή γιορτής, αφήσαν το χωριό και κατηφόρισαν το Γιαλό. Το πρώτο σοκ της ελεύθερης θέσης για στάθμευση καταμεσίς στη θεοσκότεινη πλατεία στη Φάμπρικα δεν τους επτόησε. Το δεύτερο του ύποπτα  σκοτεινού όγκου των ευκαλύπτων της πλατείας Space, το ίδιο.

Στη διαδρομή μέχρι το ολόφωτο Ματογιάννι χρειάστηκε να επιστρατεύσουν τα καλύτερα ανέκδοτα και παλιές ιστορίες για να κρατήσουν στα παιδιά ζεστό το ενδιαφέρον, πως να, καθώς θα στρίψουν τη γωνία κάτι θα συμβεί. Κι έτσι όπως τίποτα δεν συνέβη κατέληξαν στο Γιαλό. “Τα καφενεία όλα κλειστά”  καθώς τραγούδα’ε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος, εκτός από κανα δυο, και κάπου στο βάθος το καΐκι του Τάσου με τα φωτάκια να περιγράφουν το σχήμα του.

photo:e-Mykonos

Στο περιώνυμο “Και” της Μυκόνου, τον Γιαλό δηλαδή, το χάος των σταθμευμένων αυτοκινήτων. Σκηνικό εγκατάληψης, που συμπλήρωναν τέσσερις με πέντε καμμένες λάμπες κι άλλα τόσα σβηστά εορταστικά στολίσματα, από το Μνημείο των Πεσόντων Ηρώων ως τη Δημαρχεία. Αυτό το σκοτεινό κενό, η μαύρη τρύπα της μιζέριας, ήταν που έδινε και το πραγματικό στίγμα των φετινών Χριστουγέννων. Ένα στίγμα που μάλλον δεν μας αξίζει. Ή μήπως αυτό ακριβώς είναι που μας πρέπει κι ίσως θα ‘πρεπε επι τούτοις να μας αποδωθεί και το σχετικό τρόπαιο; Περήφανος και ξαραθυμισμένος ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου να το βάλει κι αυτό εκεί που έβαλε και τ’ άλλο, δίπλα σ’ εκείνο δηλαδή της αμερικάνικης έκδοσης του περιοδικού Conde Nast Traveler, που μας ορίζει ως το “Καλύτερο νησί στην Ευρώπη”;

Την επομένη ήρθε και το ολοκληρωτικό χτύπημα το οποίο ήταν εκείνο που έστειλε το πνεύμα των φετινών Χριστουγέννων να κρυφτεί στο πηγάδι του Μερμελέχα. Η ανακοίνωσή σαφέστατη. Με 6 ευρώ μικροί και μεγάλοι …και το πνεύμα του Άη Βασίλη σας φέρνουμε:

Με κάτι τέτοια εορταστικά εξάευρα όμως, είναι που και οι Δήμοι αποποιούνται το ρόλο τους και επιβεβαιώνεται ότι το κίνημα “Δεν Πληρώνω” είχε κι έχει ρόλο και λόγο ύπαρξης.

Υ.Γ. Το καλύτερο νησί της Ευρώπης ακόμα δεν έχει (εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζω) ανακοινώσει κάποιο πρόγραμμα για την φετινή Πρωτοχρονιά.

Άρα μάγκες, όσοι μείναμε εδώ… καιρός να φεύγουμε σιγά-σιγά κι ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.

Γοητευτικός κύριος ετών 54, σχεδόν πιλότος, πετάει…,

Μπήκα, έτσι χάριν της γοητείας του σερφαρίσματος στην θάλασσα του net, σε μια από αυτές τις σελίδες επικοινωνίας και συνοικεσίων.

Θα μου πεις τι γύρευα στη Λάρισσα εγώ, ένας Υδραίος… Ωστόσο μην το κάνουμε θέμα. Ένα θέλω να πω, ότι αισθάνομαι την ανάγκη να δηλώσω ότι κανείς από τους παρακάτω “γοητευτικούς” κυρίους δεν είμαι εγώ.

Εξάλλου έχω ακόμα 21 λεπτά ακριβώς για να κλείσω τα 54.

“ΠΡΩΗΝ ΠΙΛΟΤΟΣ Ο.Α.  Γοητευτικός κύριος 54 ετών κάτοικος Αγίας Παρασκευής πολύ ευκατάστατος με ενδιαφέροντα εκδρομές φύση διασκέδαση διάβασμα,τέχνες αναζητά σωστή κύρια“.

“ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑΣ Γοητευτικός αριστοκρατικός κύριος κάτοικος Κηφησιάς, 54 ετών πανεπιστημιακής μόρφωσης ιδιοκτήτης μεγάλου κέντρου αισθητικής, ευγενικός επιθυμεί γνωριμία με εμφανίσημη κυρία“.

“ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Αξίολογος κύριος πανεπιστημιακής μόρφωσης πολύ ευκατάστατος 54 χρονών ελεύθερος με ποιοτικά ενδιαφέροντα ζητά αξιόλογη νέα  με σκοπό το γάμο”.

Όταν έκλεισα τα 24 το ‘χω ξαναπει, “ήθελα θάνατο”. Μου στοίχισε πολύ που είχα μεγαλώσει τόσο! Έκτοτε κάθε χρόνο η μέρα των γενεθλίων μου είναι μια μέρα εξόχως απολαυστική. Ακριβώς δηλαδή σαν όλες τις άλλες. Θα σηκωθώ το πρωί θα πιω καφέ, θα πάω για ψωμί, θα ξαναπιώ καφέ, θα πάω στη δουλειά, θα γυρίσω κάποτε σπίτι, θα ξαναφύγω, θα πάω για πότισμα, θα μαζέψω τα λουβιά, θα χαϊδέψω λίγο το χώμα για εξοικείωση. Ενδιάμεσα θα βρω μια ευκαιρία να πιω κανένα ούζο και το βράδυ ένα παρηγορητικό φαγάκι κι ένα κρασί προδιαγεγραμμένο να βοηθά τη μνήμη της παρέας στα προσκλητήρια των όμορφων στιγμών που έχουν περάσει κι εκείνων που μέλλει να ‘ρθουν.

…έκανε το φευγιό της να μοιάζει με γιορτή!

“Η μνήμη ,
κύριο όνομα των θλίψεων ,
ενικού αριθμού ,
μόνο ενικού αριθμού
και άκλιτη .
…Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη”*

Μάιος 2009

Η μνήμη είναι σαν την πηρουνιά στο φύλλο της πίττας, σημάδι ανεξίτηλο, υπογραφή μαζί και βαλβίδα εξαέρωσης για να ξεθυμαίνει η γέμιση μην ξεχυθεί καθώς ψήνεται.

Άφησε πίσω τακτοποιημένα: ένα μπολ με δυο χαράματα λαρδί γρινί, ψιλοκομμένο σε τετράγωνα μικρά κομματάκια, ένα κιλό τυροβολιά να ξεπαγώνει στο νεροχύτη, δυο αβγά, δυο κρεμμύδια ξερά που δεν είχε προλάβει να ξύσει στον ξύστη. Στον καταψύκτη φύλαγε πάντα άνηθο ψιλοκομμένο, γιατί πάντα ήξερε πως μπορεί να χρειαστεί …να έτσι, “δυο λεφτά, να ψήσω μια πίττα”… και που να τρέχει στον μανάβη.

Ήταν ανήσυχη στο Ιπποκράτειο: πάρε τηλέφωνο, …στο νεροχύτη άφησα την τυροβολιά να ξεπαγώνει, πες να την βάλουν στο ψυγείο …και το λαρδί. Μην πάει χαμένο!

Μαλάκωσε σαν έμαθε πως όλα ήταν τακτοποιημένα.

Λοιπόν σήμερα έχει γιορτή και ξέρω τι κάνει. Τους έχει πάλι μαγεμένους, με τρία τέταρτα του κιλού αλεύρι σκληρό, ένα καρύδι μαγιά λειωμένη σε χλιαρό νερό, λίγο λάδι, λίγο αλάτι κι ανοίγει φύλλο.

Να πιάσω να ξύσω τα κρεμμύδια, να λαδώσω ένα ταψί, ν’ απλώσει το φύλλο, έτσι που να καλύπτει, μπόλικο μπόλικο το μέγεθος του ταψιού. Ν’ απλώσουμε μαζί τη γέμιση, καλά ζυμωμένη, με τα όλα της. Κι αν έχει τίποτα κρεμμυδάκια φρέσκα, καυκαλήθρες και δυο φέσκουλα ζεματισμένα (και καλά στημένα μη βγάλουνε ζουμιά) τόσο το καλύτερο.

Στο τέλος τσικ τσικ τσικ… θα σπρώξει εκείνη τα κομματάκια το λαρδί στη γέμιση και μ’ ένα ακόμα φύλλο θα τα σκεπάσει, θα κάμει τα καλλιτεχνικά της διπλώνοντας όμορφα το φύλλο στο γύρο, θα χαράξει ρόμβους και τέλος αυτό που πιο πολύ μ’ αρέσει… θ’ αρχίσει τις πηρουνιές για να ‘χει να ξεθυμαίνει σα θα μπει στο φούρνο!

Ξέρω τι κάνει απόψε. Τους κοροϊδεύει στην αποσπερίδα, πως τάχαμου δεν έχει χοληστερίνη το λαρδί, γιατί γλυστρά στην κοιλιά και χάνεται κι εκείνοι ξεκαρδίζονται αφού πια δεν έχουν τέτοιες έγνοιες.

Χαΐνηδες, Κρεμμυδόπιττα με λαρδί, ένα ποτήρι κρασί κι ένα κεράκι, της γιορτής!

~

*Κική Δημουλά, “πληθυντικός αριθμός”

Link “Δεν έχω δυο λέξεις” 22.02.2010

rousounelou-maria

Το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος στον Παναγιώτη Κουσαθανά

Το σπίτι και η βιβλιοθήκη του Παναγιώτη Κουσαθανά, χαρισμένο από τον ίδιο και αφιερωμένο στο "Κοινό Των Μυκονίων" που ήδη λειτουργεί σαν μια φιλόξενη στέγη πολιτισμού!

Με μια άμεση και λιτή ανακοίνωση οι Εκδόσεις Ίνδικτος μας γνωστοποιούν την απονομή ενός ακόμα βραβείου στον συμπολίτη μας συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά. Με χαρά και συγκίνηση μάθαμε το νέο αφου γνωρίζουμε την εργατικότητα και την αξία του Παναγιώτη και ειλικρινά χαιρόμαστε όταν αυτή η αξία αναγνωρίζεται. Ο Παναγιώτης Κουσαθανάς είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο για το νησί μας κι εν πολλοίς το άλλοθί μας σε μια χρονική περίοδο που το νησί μας σα να μη του έφταναν οι έξωθεν επιβουλές απέκτησε έναν μεγάλο εσωτερικό εχθρό που το πληγώνει. Η αδηφαγία κάποιων λίγων ίσως συμπολιτών μας, επιφέρει ένα τεράστιο αποτέλεσμα, η ζημιά του οποίου δεν αποτιμάται με όρους του σήμερα επακριβώς, αφού για πολλά χρόνια έχει ήδη δεσμεύσει το μέλλον μας με αρνητικό πρόσημο.

Χαίρομαι και προσωπικά για τον Παναγιώτη, γιατί μπορεί να μην είχα την χαρά να τον έχω καθηγητή στο Γυμνάσιο, υπήρξε όμως επί χρόνια δάσκαλος και οδηγητής μου σε ό,τι μέχρι τώρα έχω κάνει, ήδη από τον καιρό της εφημερίδας “Η Μυκονιάτικη”.

Η απονομή στον Παναγιώτη είναι για έναν ακόμα λόγο σημαντική, όταν συνυπολογίσουμε ότι στις βραχείες λίστες ανθυποψήφιοί του στην κατηγορία διηγήματος, ήταν μεγάλοι Έλληνες συγγραφείς, όπως:

1) Κώστας Ακρίβος για το έργο του «Τελετές ενηλικίωσης: Μια ζωή σε δεκαεφτά επεισόδια», εκδόσεις Μεταίχμιο.

2) Δήμητρα Κολλιάκου για το έργο της «Η αρρώστια των βουνών», εκδόσεις Πατάκης.

3) Παναγιώτης Κουσαθανάς για το έργο του «Λοξές ιστορίες που τελειώνουν με ερωτηματικό: Μυθιστορίες για τα ολέθρια επακόλουθα του χρόνου», εκδόσεις Ίνδικτος.

4) Ανδρέας Μήτσου για το έργο του «Η ελεημοσύνη των γυναικών», εκδόσεις Καστανιώτης.

5) Γιώργος Σκαμπαρδώνης για το έργο του «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος- Διηγήματα 2004-2009», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Η ανακοίνωση των Εκδόσεων Ίνδικτος έχει ως εξής:

“Στις Λοξές Ιστορίες του Παναγιώτη Κουσαθανά απονέμεται το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2010.

Συμπυκνωμένη εντός είκοσι ενός σύντομων ιστοριών, η διεισδυτική και συγχρόνως ελαφρώς ειρωνική ματιά του Παναγιώτη Κουσαθανά ακουμπάει επάνω σε θέματα ανοιχτά, τόσο για την τοπική κοινωνία της πατρίδας του της Μυκόνου όσο και για την ευρύτερη ελλαδική πραγματικότητα. Η διεισδυτικότητα του Κουσαθανά διαπερνά τα εξωτερικά συμβάντα και συμπεριφορές και εστιάζει στον «μέσα άνθρωπο», τον οποίο προσεγγίζει με αγάπη και διάθεση ανατρεπτική, εκεί που τα ανθρώπινα «ατοπήματα» το επιβάλλουν. Αφήγηση λιτή και προσεγμένη στη λεπτομέρεια, από έναν γνήσια κοσμοπολίτη συγγραφέα.”

Για μια ακόμα φορά συγχαρητήρια στον Παναγιώτη Κουσαθανά για το βραβείο. Τον ευχαριστούμε για την χαρά που δίνει και στον τόπο και σ’ όσους από μας αναγνωρίζουν μέσα από την κατάθεση της ψυχής του τη συνεισφορά του στον τόπο. Ευχόμαστε καλή συνέχεια γιατί γνωρίζουμε ότι ο δρόμος που έχει χαράξει είναι μακρύς και δύσκολος
Δημήτρης Ρουσουνέλος

[Αναδημοσιεύουμε εδώ αποσπάσματα από τις βραβευμένες "Λοξές Ιστορίες"]
24 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 2079 Μ.Χ.
«Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή στ’ ακροθαλάσσι»
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΟΣΟ ΠΕΡΝΟΥΣΕ ο καιρός κι έβλεπε ο Π. ν’ αβγαταίνουν ολοένα οι τουρίστες που κατάφταναν κάθε καλοκαίρι στο νησί μεγάλωνε μαζί και η ανησυχία του όχι για το νερό και το φαγητό που ίσως δεν θα έφταναν για τόσα στόματα ούτε για τα δωμάτια που θα έπεφταν λίγα όχι για τα ξενυχτάδικα που δεν θα χωρούσαν τη διασκέδαση τόσου κόσμου ή τις ομπρέλες και τις ξαπλώστρες που δεν θα επαρκούσαν στην πασαρέλα της αμμουδιάς· ως προς τις παραπάνω ανάγκες οι υποδομές του νησιού ήταν αξιοζήλευτες και είχαν επισύρει τον φθόνο· άλλος ήταν ο φόβος του Π. ;πού θα χωρούσαν και πώς θα μεταφέρονταν τα σκατά που θα έχεζαν τόσοι κώλοι;

Οι δεκάδες καταθλιπτικοί αγωγοί που η πίεσή τους συμποσούται σε εκατοντάδες αν μη χιλιάδες ατμόσφαιρες τα στέλνουν από τον κεντρικό αποθέτη προς την άλλη άκρη του νησιού την κρυμμένη και αόρατη όπου η μονάδα επεξεργασίας τα μεταμορφώνει σε καθαρό νερό και θρεπτικότατη κοπριά λύνοντας έτσι το πρόβλημα του ποτίσματος και της λίπανσης για τα καμπούρικα δέντρα τα αγγούρια και τις τομάτες τού λείψυδρου και ανεμόδαρτου νησιού· όλοι έχουν να το λένε πως χάρη σ’ αυτή την πολυποίκιλη τροφική αγωγή τα λαχανικά του τόπου είναι νοστιμότατα. Παρά την τρομακτική ανθεκτικότητά τους οι αγωγοί είναι σχεδιασμένοι βέβαια για έναν ορισμένο αριθμό επισκεπτών και μπορεί ανά πάσα στιγμή αν ζοριστούν να πάθουν βλάβη ή και να διαρραγούν έχομε παράδειγμα· το προπέρσινο καλοκαίρι από κάποια λόξα τους (κανείς δεν έχει καταλάβει το πώς και το γιατί) αντί να στέλνουν τα λύματα νοτινά όπου και η μονάδα τα έστελναν βόρεια προς την πολίχνη με αποτέλεσμα να γεμίζουν τα σπίτια αποπατήματα προανάκρουσμα ίσως αυτού που ακολούθησε σήμερα 24 Αυγούστου του 2079 μ.Χ. αλλά ;ποιος τότε έδωσε σημασία στα σημάδια; ανησυχούσε λοιπόν ο Π. μήπως κάποια μέρα τα περίπλοκα συστήματα αποκομιδής των λυμάτων από τα ξενοδοχεία τα ενοικιαζόμενα δωμάτια τις πανσιόν τα στούντιο και τις εν κρυπτώ μοσχομισθωμένες βίλες των «επωνύμων» δεν λειτουργήσουν σωστά πέσουν τα κόπρανα στη θάλασσα και τη μαγαρίσουν και τότε ;τι θα γινόταν ο τόπος χωρίς τις γαλάζιες αμμουδιές του το καύχημα και αγλάισμά του;
Τελικά η συμφορά δεν ήρθε από τους αγωγούς των λυμάτων ήρθε απροσδόκητα από άλλους αγωγούς· το φετινό καλοκαίρι ένα ανεξήγητο καπρίτσιο της φύσης όπως άλλα παρόμοια στα οποία έχομε γίνει μάρτυρες τα τελευταία χρόνια έκανε όλους τους κώλους να υποστούν μιαν πρωτοφανή μετάλλαξη· με αστραπιαίο ρυθμό άρχισαν την αντίστροφη από εκείνη των κυττάρων λειτουργία δηλαδή αντί να διχοτομούνται να αναγεννιούνται και να πληθύνονται άρχισαν να συνενώνονται να γίνονται οι δύο ένας οι δέκα πέντε οι είκοσι δέκα οι εκατό πενήντα και πάει λέγοντας ώσπου οι εξήντα και βάλε χιλιάδες αφεδρώνες όλων των φυλών της γης στο νησί γηγενείς επήλυδες και περιστασιακοί άτριχοι τριχωτοί ξανθοί μελαχρινοί έως μαύροι εξωπέτακτοι ή πλακέ έγιναν ένας πελώριος Κώλος στο μέγεθος της έκτασης του νησιού δηλαδή ακριβώς ογδόντα πέντε κόμμα σαράντα οκτώ τετραγωνικά χιλιομέτρα με πρωκτό της ίδιας διαμέτρου με τον κρατήρα του Βεζούβιου· ο κρατήρας αφού πρώτα έβγαλε κάποιους προκαταρκτικούς εκκωφαντικούς κρότους συνοδευόμενους από αέρια και αναθυμιάσεις που φλόμωσαν το νησί χειρότερα κι από την τσίκνα του βωμού των σκουπιδιών που καίει νύχτα-μέρα άρχισε να αφοδεύει τα περιττώματα όλων αυτών των ανθρώπων ελικοειδώς και κυκλοτερώς· μια τεράστια κουράδα έβγαινε αχνιστή από τον κρατήρα κι άρχισε να κουλουριάζεται τακτικά τακτικά πάνω στο νησί δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους παράκυκλους και επίκυκλους· ξεκίνησε από τη Χώρα τις ακτές τα βράχια και τις αμμουδιές με κατεύθυνση προς την ενδοχώρα ώσπου ακολουθώντας τις δαντελωτές εσοχές στους κόλπους και τους κολπίσκους σκέπασε εντός τριών ωρών απ’ άκρου εις άκρον το νησί όπως άλλοτε η λάβα και η τέφρα την Πομπηία· απόμεινε ακάλυπτο ένα θαλάσσοδαρμένο βραχάκι βορεινά όπου ο Π. κάθισε ολόγυμνος για να τραγουδήσει και πάλι τον σκοπό του τη συνοδεία της αιολικής άρπας του μελτεμιού· έκλεισε με τον αντίχειρα και τον δείκτη του δεξιού χεριού τη μύτη να προστατευθεί από την αποφορά κι άρχισε να τραγουδά για να ξορκίσει το κακό· τα κλειστά ρουθούνια αλλοίωναν βέβαια την κελαρυστή φωνή του που τώρα θύμιζε εγγαστρίμυθο ωστόσο τραγουδούσε· μονάχος· χωρίς ακροατήριο αφού οι άλλοι ήταν θαμμένοι κάτω από τους τόννους των σκατών· άλλωστε και θαμμένοι να μην ήταν πάλι μονάχος θα τραγουδούσε όπως σ’ όλη του τη ζωή· περνούσε η ώρα κι αυτός τραγουδούσε το τραγούδι του που ήταν πένθιμο γιατί ήτανε τραγούδι σκληρό
– από  Α γ ά π η –
«Απόψε είδια στ’ όνειρό μου
μια σκατούλα στο πλευρό μου
και χολομανώ και πρήσκω
και ξυπνώ και δεν την βρίσκω
και μαλώνω με τα ρούχα
“–;Πού είν’ η σκατούλα που ’χα;”»
(Π. Κουσαθανάς, Λοξές ιστορίες, Ίνδικτος, Αθήνα 2009, σσ. 117-120)
*
ΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ
«μάρμαρα και φωταψίες»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ μια κοπιαστική μέρα κατά την οποία η Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν ή Ελπίδα Αμαραντίδη είχε γιατροπορέψει με τα θαυματουργά της βότανα πενήντα τουλάχιστον ασθενείς έγειρε το κεφάλι της στο μαξιλάρι απ’ όπου έβλεπε το κενό ανάμεσα στον άσπρο τοίχο και το μαύρο κομοδίνο· ήταν από τις λίγες φορές που δεν είχε όρεξη να τελειώσει τη μέρα της παίζοντας το λαούτο ή βάζοντας δυο πινελιές στην καινούργια της ζωγραφιά. Πάνω στο κομοδίνο ακουμπισμένα ένα χειροποίητο κέντημα έργο της υπομονής αλλοτινών καιρών όταν οι άνθρωποι δεν βιάζονταν κι αβγάταινε η ζωή και μια σφυρήλατη καρποδόχος της αργυροχοϊας λεπτουργημένη με ανθέμια άκανθες και ρόδακες που θύμιζαν παλαιϊκό ταφικό ύφος ή ινδική μαντάλα. Το ρόδι ο αείζωος καρπός που μόλις χτες είχε κόψει από τη μοναδική ροδιά της έστελνε στον τοίχο διακριτικά σχεδόν ντροπαλά το ροδί του φως μέσα από την ασημένια φρουτιέρα· η ροδιά της Χίλντεγκαρντ μεγαλώνει σε μια γλάστρα μην έχοντας γνωρίσει την άπλα που έχουν οι όμοιές της στον κήπο του γείτονα όποτε περνά απ’ έξω τις βλέπει στοιχημένες κατά τριάδες θαλερές και ξαραθυμισμένες και ζηλεύει θανάσιμα πιάνει τον εαυτό της να εύχεται ευχές που δεν την τιμούν κι ας έχει το ελαφρυντικό ότι χρόνια τώρα προσπαθεί να κάνει περιβόλι την αυλή και το μπαλκόνι της. Οι φωνές και τα γέλια από τη μαρμάρινη πισίνα της νεότευκτης γειτονικής βίλας (ενός μαυσωλείου που καπελώνει τη ζωή) έφταναν με μικρά διαλείμματα κι απόψε στ’ αφτιά της. Ορθομαρμαρώσεις στη μνημειακή είσοδο και στους τοίχους μουσικές προβολείς άσωτες φωτοχυσίες και «άνθρωποι καθώς είναι πλασμένοι οι άνθρωποι» «–Τα δέντρα και τα λουλούδια» σκέφτεται η Χίλντεγκαρντ «δεν αγαπούν τα μάρμαρα τις φωταψίες· για να μεγαλώσουν θέλουν μόνο ήλιο και σιωπή ας τους λείπει το νερό και το χώμα ίσως μάλιστα πρέπει να πεινάσουν να διψάσουν για να μας χαρίσουν τα ωραιότερά τους χρώματα τους πιο χυμώδεις καρπούς».
Ξαπλωμένη με το πλάι είχε την εντύπωση ότι το κενό ανάμεσα στο μαύρο κομοδίνο και τον άσπρο τοίχο ήταν απύθμενο ;έφταιγε μήπως η στιγμή ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνο η στιγμή που κάποτε μας χαρίζει τα γλυκύτερα όνειρα αυτά που πραγματοποιούν όσα η ζωή αρνιέται αλλά και το συχνότερο τους τρομακτικότερους εφιάλτες; όποια και να ’ταν η αιτία το παιγνίδι ανάμεσα στο μαύρο του κομοδίνου το λευκό του τοίχου και το ροδί που ξεμύτιζε δειλά άρχισε διστακτικά στην αρχή σαν μια τυπική ανταλλαγή χρωμάτων μια δοκιμή αλληλοαναγνώρισης· σε λίγο το άσπρο δάνεισε τη σκευή του στο μαύρο το μαύρο έγινε άσπρο το άσπρο μαύρο και το ρόδι της στερημένης ροδιάς φωτίστηκε στην καρποδόχο συναινώντας σ’ αυτή τη φιλάλληλη τη γενναιόδωρη συναλλαγή. Η Χίλντεγκαρντ σύντομα έχασε την αίσθηση του χρόνου και του προσανατολισμού οι αισθήσεις της ναρκωμένες πού ο τοίχος και πού το κομοδίνο δεν ήξερε να πει το «βάραθρο» γέμισε με τα ιριδίζοντα χρώματα που γεννούν οι ακτίνες του ήλιου όταν πέφτουν σε θάλασσα μολεμένη από πετρέλαιο ή ακόμη μ’ εκείνα τα άλλα χρώματα που δεν είναι του δικού μας κόσμου αλλά συχνά τα βλέπομε σε φωτογραφίες τραβηγμένες από διαστημόπλοια και τηλεσκόπια σύνεργα που φέρνουν κοντά τα πράγματα «καλύτερα να μέναν μακριά». Στη μέση αυτών των εντυπωσιακών εικόνων ένα μάτι σκοτεινό σαν το σπηλαιώδες χάσμα ανάμεσα στον τοίχο και το κομοδίνο μάτι-βάραθρο που δεν ανοιγοκλείνει δεν κοιτάζει καταβροχθίζει μόνο «–Έχουν δίκιο λοιπόν οι φυσικοί και οι αστρονόμοι» σκέφτεται η Χίλντεγκαρντ «έχει δίκιο κι ο ζωγράφος που λέει ότι “πίσω από το τελάρο του υπάρχει μια φοβερή βαθειά μαύρη τρύπα”».
Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε ίσως δευτερόλεπτα μπορεί και χρόνια· σηκώθηκε σαν υπνοβάτισσα πλησίασε το παράθυρο και το άνοιξε· οι μουσικές και τα χάχανα από τη χοροεσπερίδα της βίλας του γείτονα δυνατά όσο ποτέ πλήγωσαν αδυσώπητα τ’ αφτιά της έριξε μια ματιά στον δρόμο μια μακριά σειρά από ροδιές πιασμένες η μια από τα κλαδιά της άλλης χέρι χέρι σαν χαρούμενες παιδούλες χόρευαν πλησιάζοντας στο σπίτι της τι ανοησία να πιστέψει πως ήταν ευχαριστημένες εκεί όπου βρίσκονταν! «–Ανάγκη πάσα ν’ ανοίξω την πόρτα να τις υποδεχτώ» μονολόγησε η Χίλντεγκαρντ κι έκανε να τρέξει «;ή μήπως ο ιδιοκτήτης τους με πάρει για κλέφτρα;» ρώτησε κι αμέσως κοντοστάθηκε «“–;Ε και;” θα του πω “εγώ δεν έχω κήπο μόνο μιαν εσωτερική αυλή για να κρύβομαι απ’ τα μάτια του κόσμου κι ένα εξωτερικό μπαλκόνι για να ’χω όποτε θελήσω τη θέα του οπού χρόνια πολεμώ να τα κάνω περιβόλι ψάξε λοιπόν για τις ροδιές σου αλλού εγώ έχω άλλοθι από την ώρα που σκοτείνιασε μελετώ το βάραθρό μου ;δεν έχεις ακούσει τελοσπάντων ότι καλύτερα ατιμώρητος ο ένοχος παρά καταδικασμένος ο αθώος;”» Εξουθενωμένη έγειρε ξανά στο προσκεφάλι αβέβαιη για την πειστικότητα των επιχειρημάτων της «–Κανείς δεν θα βρει τις ροδιές εκεί που θα τις κρύψω» ψιθύρισε στο τέλος αναθαρρημένη σκύβοντας εμπιστευτικά συνωμοτικά στον καταβροχθισμένο από το βάραθρο αόρατο εαυτό της.
;Και η κατάληξη αυτής της λοξής ιστορίας; Χάσματα των ονομάτων χάσματα των καιρών οι άνθρωποι ίδιοι· προτού η Ελπίδα Αμαραντίδη ή Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν κατεβεί όλα τα σκαλοπάτια του ύπνου πρόλαβε να κρύψει στα όνειρα της καρδιάς της καμμιά εικοσαριά φουντωτές ροδιές και την αγαπημένη της μαθήτρια που μόλις χτες είχε μισέψει· στο τελευταίο σκαλί ακουμπώντας τις λέξεις μια μια όπως ξεκουκκίζουν οι ιερωμένοι το κομποσκοίνι της προσευχής οι λαϊκοί τις χάντρες στο κομπολόι και οι εραστές τους αποχαιρετισμούς
«“–Όλο και πιο πολύ φως όλο και περισσότερο σκοτάδι
Γείρε στο στρώμα μας ζεστό σαν την αγκάλη”»
κι ενώ ακούγονταν οι σταγόνες να πέφτουν στης ερημίας το απύθμενο βάραθρο στο σκοτάδι της νύχτας όπου όλα φωτίζονται και σιγουρεύουν ψέλλισε με μουδιασμένα χείλη το παράπονό της δηλαδή κάτι απ’ όσα οι άνθρωποι με επιπολαιότητα ονομάζουν «ψιλά γράμματα» «–;Ποιος στον κόσμο μπορεί να εγγυηθεί
ότι αύριο
δεν θα μου ξεριζώσουν την καρδιά
για να μου πάρουν τις ροδιές
κι ας έχω ατράνταχτο άλλοθι
το βάραθρό μου;» 

(Π. Κουσαθανάς, Λοξές ιστορίες, Ίνδικτος, Αθήνα 2009, σσ. 27-31)
*
ΩΣΕΙ ΧΟΡΤΟΣ

ΣΠΟΥΔΑΣΑ ΒΟΤΑΝΟΛΟΓΙΑ μια μάλλον άχρηστη στις μέρες μας επιστήμη όχι τόσο επειδή έχουν προ πολλού ανακαλυφθεί όλα τα φυτά αλλά γιατί έχει επικίνδυνα συρρικνωθεί η χλωρίδα του πλανήτη· μαζί με την κοσμική τάξη που νιώθω ότι έχει διασαλευθεί από την Αδικία αφουγκράζομαι και τον εντός μου ρυθμό ξεκούρδιστο. Οι ελπίδες να ανακαλυφθούν άγνωστα είδη είναι σχεδόν μηδαμινές έτσι καμμιά έκπληξη δεν περιμένω από την επιστήμη μου· έζησα δυστυχώς για να δω τον ξεπεσμό της (ο Λινναίος και ο Τουρνεφόρτιος θα θλίβονταν πολύ γι’ αυτό)· παρά την απογοήτευσή μου ωστόσο αποφάσισα τελευταία να νοικοκυρέψω κάποιες φυτολογικές μελέτες μου που οι βιοτικές μέριμνες (και η αναβλητικότητά μου) δεν με είχαν αφήσει να τις ολοκληρώσω και μαραίνονταν κλειδωμένες για χρόνια στα συρτάρια. Για την αποφυγή παρανοήσεων και όχι από δίψα για διάκριση –;τι σημασία άλλωστε θα είχε κάτι τέτοιο στην ηλικία μου;– επισημαίνω ότι δεν ήμουν κανένας τυχαίος επιστήμονας οι συνάδελφοί μου με θεωρούσαν αυθεντία κι ακόμη παραπέμπουν στις δεκάδες των άρθρων μου σεμνύνομαι μάλιστα ότι δυο φυτά της οικογενείας των Λειριιδών που μερικοί εσφαλμένα τα κατατάσσουν στα Χειλανθή είναι δικές μου ανακαλύψεις μιλώ για το Κολχικόν το δειλόν (Colchicum timidum) και το Κολχικόν το Ρήνειον (Colchicum Rhenium)· λεπτομερή περιγραφή τους έχω δημοσιεύσει για τους λατινομαθείς στο έγκριτο ετήσιο περιοδικό Herbarium Insularum Graecarum (τεύχος 30ό 1976 σσ. 201-203) ας επισημάνω όμως εδώ τούτα μόνο παρά τη λεπτή τη μη μου άπτου ομορφιά τους ίσως μάλιστα εξαιτίας αυτής είναι λίαν τoξικά και τα δύο: με το δηλητήριό τους ξέκαμε τα παιδιά της η άπονη αρχαία μάγισσα της Κολχίδας. Οι παραπλανητικοί προσδιορισμοί timidum (εντροπαλόν δειλόν) ίσως και το Rhenium (Ρηνικόν της Ρηνείας) έχουν τεθεί ειρωνικώς και οξυμώρως βέβαια αφού τέτοια καταπότια είναι άφοβα και αποφασιστικά· ας επισημανθεί μάλιστα μάλιστα ότι κατά την ιερογλυφική γραφή της Αιγύπτου «Ρεν» είναι η αντίπερα όχθη όπου η αχαλίνωτη μάνητα της αρχαίας γυναίκας περαίωσε με ασφάλεια τα δυο αθώα πλάσματα.

Έρχονται στιγμές που οι δυσκολίες δαμασμού του υλικού στις ημιτελείς εργασίες μου φαντάζουν ανυπέρβλητες αλλά επιμένω ως εάν να επρόκειτο για ζήτημα ζωής ή θανάτου· τον τελευταίο καιρό θέλω να βεβαιωθώ ότι κάτι ο,τιδήποτε τελοσπάντων ας είναι και το ελάχιστο από τις εκκρεμότητες της ζωής μου βρήκε τη θέση του ξυπνώ και κοιμάμαι λοιπόν παρέα με τη Λατινική δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα ότι σκέφτομαι σ’ αυτή τη νεκρή γλώσσα το λεξικό η γραμματική και τα συντακτικά φαινόμενά της έγιναν στρώμα και μαξιλάρι μου όπως τότε που ετοίμαζα με νεανικό ενθουσιασμό τη διπλωματική μου εργασία. Τα maritima και τα trifolia τα tuberosa και fistulosa τα somnifera και funebria τα alba και τα nigra καταδυναστεύουν νυχθημερόν το μυαλό μου όχι μόνο στον ξύπνο αλλά και στον ύπνο όπου τα όνειρά μου εκτυλίσσονται κι αυτά λατινιστί μπερδεύοντας τη μέρα με τη νύχτα με τη μέρα επαληθεύοντας για ακόμη μια φορά το «υλικό» από το οποίο είμαστε φτειαγμένοι· είναι σαν να γράφω ένα πολύστιχο ποίημα σε μια νεκρή γλώσσα που κανείς ζωντανός δεν καταλαβαίνει όμως αυτό δεν επηρεάζει καθόλου το γεγονός ότι κάθε λέξη πρέπει να είναι ζυγιασμένη στη θέση της έστω κι αν όπως έχω βάσιμους λόγους να υποψιάζομαι δεν κάνω τίποτε άλλο από το να ονειρεύομαι τη ζωή μου ή να ζω το ίδιο μου το όνειρο. Με λύπη ωστόσο ανακαλύπτω ότι κάποιες λέξεις άσχετες με τις φυτολογικές μου μελέτες αν και μου ήταν κάποτε οικείες ο ρους του βίου τις παρέσυρε και τις έχω λησμονήσει· να τες όμως πάλι ανασύρονται από το «βαθύ σκοτεινό πηγάδι του ύπνου» και ξαναβγαίνουν με αβάσταχτη διαύγεια στην επιφάνεια εμφανίζονται απρόσμενα στις έρημες τις σιωπηλές πλατείες του μυαλού μου σαν τους ανδριάντες του Ντε Κίρικο κατεβαίνουν από τα βάθρα τους σουλατσάρουν κι ύστερα κρύβονται παραμονεύοντας στις γωνίες κρατώντας με ανήσυχο και ξάγρυπνο: senectus impotentia amentia morbidus mors… λέξεις της ασφυξίας και της παράλυσης· σ’ αυτές τις περιπτώσεις αδύνατο να μπει τάξη στη γενική ασυναρτησία που νιώθω να με περιβάλλει στους άτακτους ανδριάντες που ελλοχεύουν έτοιμοι σε κάθε στροφή των δρόμων του μυαλού «–Έχομε και λέμε λοιπόν έχομε και λέμε…» ηχώντας ολόκληρος σαν ξεχαρβαλωμένο όργανο αρχίζω με τα δάχτυλα το μέτρημα ξεκινώντας το νοικοκύρεμα από την αρχή. Το πιο αξιοσημείωτο αυτού του μπερδέματος είναι ότι άρχισα να αναθεωρώ τις διά βίου πεποιθήσεις μου περί ονείρων· ώς τώρα πίστευα ότι τα όνειρα επ’ ουδενί μπορούν να είναι εργαλεία πρόρρησης όπως πολλοί νομίζουν μάλλον σαν κάτοπτρα και ερμηνευτές των παρελθόντων θα έπρεπε να εκλαμβάνονται ανάποδοι καθρέφτες που αρκεί μια κίνηση να τους φέρεις στα ίσα για να ατενίσεις την εικόνα απαραμόρφωτη. Στην προσπάθειά μου να σκεφτώ ψυχραιμότερα κατάλαβα ότι όχι μόνο τα μέλλοντα αλλά ούτε τα παρεληλυθότα μπορούν να εξηγηθούν με τα όνειρα και κατέληξα στο θλιβερό συμπέρασμα ότι τα ονείρατα έχουν τη δική τους παντιέρα· ακόμη κι αν αναφέρονται σε πράγματα που ζήσαμε θα ζήσομε ή τάχα θα ζούσαμε υπενθυμίζουν με γριφώδη για τη λογική μας τρόπο τα παρόντα κάνουν δηλαδή τη μόνη δουλειά για την οποία φαίνεται ότι τάχτηκαν. Πράγματι το ποτάμι της ζωής ο «ρους» παρασέρνει τα πάντα εκτός από το «παρόν» προτού γίνει παρελθόν εκτός δηλαδή από ένα απειροελάχιστο ένα απελπιστικά σύντομο κλάσμα του χρόνου που κι αυτό ανεπαισθήτως μετατρέπεται αιφνιδιαστικά και κεραυνοβόλα σε παρελθόν και χωνεύεται μέσα στο βάρος της αζύγιστης απεραντοσύνης των περασμένων προς ανακούφιση και παραμυθία ευτυχώς λένε μερικοί· για παραμύθιασμα επιμένουν κυνικά κάποιοι άλλοι. Αυτή η διαπίστωση δεν κάνει σοφότερο κανέναν μάς γεμίζει μόνο μελαγχολία και άκρη δεν γίνεται να βγάλει κανείς· η βεβαιότητα πάντως είναι μία: κάθε στιγμή κάθε ώρα κάθε μέρα
μια στιγμή μια ώρα μια μέρα πιο κοντά
πιο κοντά.
Μέσα στο δάσος των λατινικών λέξεων όπου περιδιαβάζω τελευταία υπάρχει κάποια που απροσδόκητα ηγεμονεύει πάνω σε όλες τις άλλες· άγνωστο γιατί με επισκέπτεται αδιαλείπτως κάθε βράδυ σαν αστραπή που εκπορεύεται από την ίδια πάντοτε μεριά του ουρανού επιστρέφει ως πρόλογος σε όλα τα βοτανικά μου ενύπνια και καταλήγει να τα κλείνει ως επιμύθιο ή και συμπέρασμα. Μέχρι πρότινος αν και βοτανολόγος (και μάλιστα «αυθεντία») δεν την ήξερα σαν αυθύπαρκτη λέξη αφού όπως γνωρίζουν οι ειδικοί ο δόκιμος όρος για το αυτοφυές φυτό το βότανο είναι herba· τη χρησιμοποιούσα μόνο ως πρώτο συνθετικό του ονόματος ενός κοινότατου πλην εύοσμου φυτού του μάραθου ή φινόκιο (Foeniculum officinale) που αρταίνει ευχάριστα τα φαγητά μας. Η ηγεμονική αυτή λέξη δεν είναι μεγαλοπρεπής βαρύγδουπη ή μεγαλόστομα επική αλλά ταπεινή σύντομη σαν τη ζωή· ένας στεναγμός ή ένας λυγμός αρκεί για να την ψελλίσεις: Foenum (εκ του αχρήστου θέματος feo<φύω). Επικρέμαται πάνω από την κεφαλή μου ανάποδα σαν νυχτερίδα και το περίεργο είναι ότι παρά τη διακριτική ταπεινότητά της πράττει ό,τι μπορεί για να κάνει αισθητή την παρουσία της μετεωρίζεται με απίστευτες ακροβασίες και στραμπουλήγματα ακκίζεται κι αναπηδά σ’ έναν ανέφελο κατά τα φαινόμενα ουρανό. Την εντόπισα ψάχνοντας στο Λεξικόν Λατινοελληνικόν (Εν Αθήναις 1873) του εκ Βρέμης της Γερμανίας Ερρίκου Ουλερίχου και του διαπρεπούς φιλολόγου Στέφανου Κουμανούδη «Αδριανοπολίτου» παρακαλώ· οι άνθρωποι ήταν κάποτε περήφανοι για την καταγωγή τους. Καταφτάνει πάντοτε μαζί μ’ εκείνη την περίφημη Ηροδότεια λέξη «βεκός» την αρχετυπική και επιούσια που όποια ηχητική μορφή και να πάρει στις γλώσσες των ανθρώπων (βεκός άρτος ψωμί panis pane bread Brot…) δεν παύει να στηρίζει και να συντηρεί τη σάρκα μας όσο ζούμε· τη λέξη που κατά τον γλωσσοτόμο και αμερόληπτο (προς τιμήν του!) κριτή Φαραώ Ψαμμήτιχο δίνει τα πρωτεία της αρχαιότητας όχι στη δική του την αιγυπτιακή αλλά στη φρυγική πρωτογλώσσα. Foenum -i λοιπόν. Παρά την προσπάθειά μου να συσχετίσω τη λέξη με τον αναγεννώμενο από τις στάχτες του Φοίνικα τίποτα πέραν της ηχητικής ομοιότητας δεν συνηγορεί για επίρρωση του ασίγαστου πόθου. Foenum -i. Ο εστί ερμηνευόμενο χόρτο ο εστί μεθερμηνευόμενο «Άνθρωπος ωσεί χόρτος…» κατά την Παλαιά Διαθήκη και «Πάσα σαρξ ως χόρτος…» κατά την Καινή κατά τους ποιητές δε «φύλλον» και «φύλλο χλόης». Χόρτος και άνθος και άκανθος: όταν το άνθος μαρανθεί μένει η ευωδία του μα στο αγκάθι μένει μόνο το καρδιολάκτισμα απ’ το κεντρί. Επιτέλους νομίζω ότι τώρα κατάλαβα αν και δεν θα μπορέσω σωστά να το αρθρώσω γιατ’ είναι παγωμένος ο αγέρας που φυσά και τα σαγόνια μου κροταλίζουν διαβολεμένα ωστόσο ναι το πράγμα είναι φανερό: σε μια γλώσσα νεκρή το όνειρο της ζωής ύπενθυμίζει έστω ως παραλειπόμενο κατά το διάλειμμα μιας βοτανολογικής μελέτης το λανθάνον και άρρητο Verbum Summum το μόνο αληθινά Πανταχού Παρόν από την πρώτη αναπνοή μας έως την τελευταία· ελάχιστο διάστημα. Ανάγκη πάσα να τακτοποιήσω το συντομότερο τις εκκρεμότητες ή καλύτερα ας πάνε στον κόρακα τα «νοικοκυρέματα» ;πού πια καιρός; χρεία καμμία πλέον να περαιώσω τις μελέτες μου ή να κλείσω κι αυτή τη λοξή ιστορία μου (την τελευταία άλλωστε) με ερωτηματικό.
(Π. Κουσαθανάς, Λοξές ιστορίες, Ίνδικτος, Αθήνα 2009, σσ. 135-140)

Το σκιάχτρο

Το σκιάχτρο

Φοβάμαι μην πάρει φωτιά η αποθήκη του Σαμ και κινδυνεύσει η Λόλα.

Μπορώ βέβαια να διακρίνω το κουσούρι, περάσανε πια τόσα χρόνια και δεν είναι ανάγκη να γίνω σήμερα ρεζίλι των σκυλιών για κάτι που με κυνηγά από τ’ άγουρα τηλεοπτικά μου χρόνια. Στο κάτω κάτω άγουρα ήτανε και σιγά μην είμαι ο μόνος με το σύνδρομο του Σοκολάτα Καρνέισον.

Είναι όμως κι άλλοι φόβοι που βρήκανε χαβά κι άλλο δεν κάνουν από το να σε επαναφέρουν καθημερινά στην πεζή πραγματικότητα. Κι ας λαχταράς μια πιο τσιριτρί τσιριτρό κατάσταση, μια ρώγα από σταφύλι ν’ απολαύσεις ντάλα Αύγουστο. Η μόνη χαρά που σ’ απόμεινε, σου βγαίνει ξινή. Έτσι σπουργίτι που κατάντησες, ήδη το ‘χεις στο γύρο της σκούφιας σου: δεν πάει άλλο!

Σε λάθος ώρα ήρθε ο ποιητής, σε λάθος τόπο η επίσκεψή του. Γιατί ποτέ δεν μας είπε καθαρά πως αν θες ν’ ακούσεις κελαϊδίσματα πρέπει να πάρεις τοις μετρητοίς τα λόγια του. Δεν ήταν τυχαίο που όρισε πως δεν σ’ αφήνουνε να “κοιμηθείς”, γιατί αυτόν τον ύπνο τον πρωινό είναι που πρέπει να στερηθείς για να χαρείς τ’ αηδονάκια. Κι αυτό να δεις, αυτό που ισχύει για τις Μανωλάτες, θα ισχύει και για τις Πλάτρες. Πως μας ξέφυγε αυτή η λεπτομέρεια;

Και πως στη συνέχεια συνέβη να χάσουμε τον ύπνο μας, συμμέτοχοι ενός συλλογικού κι ασύνορου χασίματος ύπνου, σ’ έναν τόπο που καλόμαθε και δεν λέει να ξυπνήσει. Συνένοχοι σε μια πατρίδα που συνειδητά πουλά το έχει της, τα “αυτά” και τα “εκείνα”, ένα σμήνος σπουργίτια που απώλεσε τη χαρά του ονείρου, αυτό το “κάτι μες στην καρδιά”.

Καμιά φορά λένε ψέμματα οι ποιητές χατήρι της τέχνης τους.

Στ’ αμπέλια δεν σ’ αφήνουνε να κινηθείς τα σκιάχτρα, έτσι φοβιστικά που στέκουν σα ντραγάτες. Φωτιά τους πρέπει στ’ αχυρένια τους μυαλά, στα σωθικά τους τα άσπλαχνα.

Αν είναι να ‘ρθουν τούμπα, ας έρθουν όλα τούμπα κι αν είναι μια ελπίδα να αχνοφέξει, ας είναι από τους μύθους που πέφτουν, από τα σκιάχτρα που καίγονται κι από το γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν μέθυσε απ’ το πολύ σταφύλι.

Να δεις που θα  χρειαστεί να οινοποιήσουμε τις καλύτερες ποικιλίες μας, για να μεθύσουμε σήμερα με το αθάνατο κρασί του …Έντεκα!

___________________________

Το ποστ αυτό γράφεται στα πλαίσια της “Ημέρας ενάντια στο φόβο“.

Κλήθηκα να συμμετάσχω σε μια συλλογική απόπειρα να ξορκίσουμε τον φόβο που μας επιβάλλεται στην καθημερινότητά μας. Σπεύδω λοιπόν ν’ αναρτήσω την ελάχιστη ετούτη συμμετοχή, να κάνω το φόβο μου post, για να τον e-ξορκίσω!

Δείτε περισσότερα εδώ: http://grfear.blogspot.com/

H2 Concept: αιχμηρό πλην πράσινο και δημιουργικό

Με ιδιαίτερη χαρά λάβαμε τις πολυαναμενόμενες ευχές των χρυσών κοριτσιών του  δημιουργικού γραφείου Η2 Concept. Βεβαίως και σπεύσαμε να αποκτήσουμε άμεσα το δικαίωμα χρήσης εν είδει χρησιδανείου και τις αναρτούμε.

Αν και αιχμηρός κατά μιαν έννοια ο χρόνος που έρχεται, κυρίως όσο αφορά στο φορτίο που κουβαλά, το μήνυμα είναι να του δώσουμε εμείς εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, που θα τον κάνουν να γραφτεί στη μνήμη μας σαν μια δημιουργική και σημαντική για την συνέχεια χρονιά.

Στις γραφίστριές μας λοιπόν, ευχόμαστε κι εμείς με τη σειρά μας να ντύνουν όμορφα τη Scala Gallery, τον κόσμο γύρω μας και ιδιαίτερα τη ζωή μας την ίδια, πάντα με την ίδια φρεσκάδα κι έμπνευση.

Βούλα, Φρατζέσκα, Βιβή, Καλές Γιορτές, Καλή Χρονιά!

Links: http://www.h2concept.gr/

facebook αρχείο φωτογραφιών

H2 fb group

Merry κρίσmas

Πέρσι και πρόπερσι ο Κακλαμάνης φύλαγε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Αθήνα με τα ΜΑΤ για να μην το κάψουν αγανακτισμένοι πολίτες.

Φέτος που ο κίνδυνος λόγω κρίσης είναι όχι μόνο να μην το κάψουν, αλλά μην το πάρουν κιόλας, επιλέχθηκε να στολιστεί ένα από τα υπάρχοντα κυπαρίσια της πλατείας Συντάγματος.

Το Ματογιάννι μια μέρα με βροχή και το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στον εξώστη της Πινακοθήκης Ιγγλέση

Ο δήμος Μυκόνου δεν προνόησε σχετικά και ήδη, το ένα από τα δυο δέντρα που στόλισε, έκανε φτερά.

Η είδηση είναι ότι άγνωστοι έκλεψαν προχτές το βράδυ το πλέον των δύο μέτρων δέντρο που είχε στολίσει η ΚΔΕΠΑΜ στη Δημοτική Πινακοθήκη στο Ματογιάννι.

Να ευχηθούμε στον απελπισμένο συμπολίτη μας Καλές Γιορτές και το Πάσχα να περάσει και για τον οβελία.

Κάθε θάμα τρίμερο!

Όπως -για μένα τουλάχιστον- ήταν αναμενόμενο, το Πρωτοδικείο επανεξέτασε το θέμα των εκλεγομένων της Μυκόνου κι έτσι η έδρα του συνδυασμού της Επόμενης Μέρας στην Δημοτική Κοινότητα Άνω Μεράς, δίδεται κανονικά στην Ευγενία Χανιώτη, ενώ η Μυκονιάτικη Άνοιξη επανακτά την δική της που για λίγες μέρες εκ παραδρομής είχε καταχωρηθεί στην Κ.Ε.Πο.Μ.

Είχα εκφράσει εδώ: http://karvouna.wordpress.com/2010/12/07/edra_kepom/ τις σοβαρότατες επιφυλάξεις μου, όταν στις 07 12 2010 προέκυψε το θέμα.

Αλλά κυρίως  από τις 09 του Νοέμβρη 2010 είχαμε εξηγήσει γιατί παίρνει την έδρα της Άνω Μεράς η Μυκονιάτικη Άνοιξη βλέπε: http://karvouna.wordpress.com/2010/11/09/efaltirio/

Δεν θα κρίνουμε την απόφαση του Πρωτοδικείου. Έτσι κι αλλιώς ήταν πανταχόθεν διάτρητη και παρμένη -υπό την πίεση του όγκου δουλειάς- κυριολεκτικά στο πόδι. Αλλά τι λειτουργεί στη χώρα μας σωστά για να έχουμε την απαίτηση να λειτουργήσει και η δικαιοσύνη και μάλιστα στο δύσκολο εγχείρημα ερμηνείας του Καλλικράτη;

Τόσο μάλιστα προβληματίζει το γεγονός που έχω την υποψία ότι λίγο να το ψάξουμε μπορεί να το μπουρδουκλώσουμε ερμηνευτικά και να την ξαναπάρουμε την έδρα!

Τη μέρα που ανοίγαν τα σχολειά ο Γεώργιος εκοιμήθη

Στο απουσιολόγιο της Γ’ Λυκείου σήμερα δηλώθηκε απών. Αδικαιολογήτως απών να επισημάνω ή μήπως να διορθώσω …Ανεξηγήτως;

Πέρασε μια βδομάδα τώρα, και δεν ξέρουμε ποιον να πρωτοκλάψουμε: τον Γιώργο, που περίμενε άβουλος το τέλος (εγκεφαλικά νεκρός είπαν οι γιατροί, αυτοκινητιστικό κατέγραψαν οι τροχονόμοι), τον πατέρα μήπως ή τη μάνα που πέτρωσαν έξω από τον θάλαμο της “εντατικής”, ανήμποροι να δεχτούν την απώλεια;

Βουβά καταθέτουμε δυο τρεις γραμμές πολυ ακρωτηριασμένες, τη μνεία της ηλικίας, εβ[ίω]σεν ετών δεκαεπτά, ένα στίχο ποίησης, σαν «δ[ά]κρυα ημών», «οδύνην»,
κατόπιν πάλι «δάκρυα», και «[ημ]ίν τοις [φ]ίλοις πένθος».

“Παλικάρι ωραίο σαν μύθος”, σήμερα φάνηκε ότι “μεγάλως ηγαπήθη”, καθώς συγκλονισμένη η τρυφερή γενιά του στο Αιγάλεω τον αποχαιρέτησε.

Από μένα ένα τραγούδι, αντί στεφάνου:

στη μνήμη Γιώργου Κριτσώνη του Νικολάου και της Φρόσως, ετών 17, με τη συγκλονιστική ερμηνεία του Ξυλούρη.

κι από τους φίλους του ακόμα ένα!

Ξαναστάσου μύγδαλα!

Στην απόλυτη επικαιρότητα ένα άρθρο που μετρά ήδη 3 χρόνια ζωής. Οι πιτσιρικάδες Starόπληκτοι κυνηγοί διασημοτήτων και οι ευσεβείς κυρίες που πετάχτηκαν μια βόλτα αναχωρούσες από Τήνο κατά την επιστροφή προς τα χωριά του Κάμπου και τα ορεινά της Μακεδονίας, μείνανε να θαυμάζουν σταρλέτες κι αοιδούς, τηλεπερσόνες και παρεπιδημούντες μόδιστρους. Πολιτικά πρόσωπα δεν φύονται πλέον στο νησί. Πλην εξαιρέσεων, που την πληρώνουν ακριβά με καταδικαστική φωτογραφία τους στα ειδησεοσκανδαλοθηρικά “blogs”! (Α, ρε Σπηλιωτόπουλε τη σου ‘μελλε να πάθεις!)

Στάσου μύγδαλα

Στη Μύκονο τα πρώτα τουριστικά βήματα έγιναν την δεκαετία του ’20. Και δεν ήταν μόνο οι περιστασιακές αφίξεις αρχαιολόγων και αρχαιόφιλων με προορισμό τη Δήλο. Ήδη από το 1925 καταγράφονται οι πρώτες μαζικές αφίξεις Ελλήνων και ξένων εκδρομέων διοργανωμένες από τους Μυκονιάτες της Αθήνας και φίλους τους με την αρωγή της Ένωσης Μυκονίων.

Η τουριστική Μύκονος της δεκαετίας του ’30 ήδη παρουσιάζει στοιχεία παρόμοια με τα σημερινά, μικρότερης όμως έντασης. Όμως τα προβλήματα παραμένουν τα ίδια. Ηχορύπανση, τουριστικές υποδομές, λιμάνι, απορρίμματα. Στην εφημερίδα «Μυκονιάτικα Χρονικά» του 1933 συναντά κανείς πρωτοσέλιδους τίτλους όπως:

-Οι Μυκόνιοι και οι ξένοι των, 15 Απρ. 1934

-Η Μύκονος από τουριστικής απόψεως, 23 Σεπτ. 1934,

-Προσέξατε την Μύκονον (προς τον ΕΟΤ), 7 Οκτ. 1934

Τα νιάτα της εποχής –κυρίως Αθηναίοι- παρουσίαζαν εικόνα πρωτόγνωρη πλην σημαίνουσα για το νησί. Σημείο αναφοράς ήταν το ξενοδοχείο Δήλος κι όταν τις πρώτες νυχτερινές ώρες έσβηναν τα φώτα το γλέντι συνεχίζονταν στο Γιαλό και στα σοκάκια.Έξαλλα νιάτα, που κατέλαβαν αργότερα θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, είδαν τ’ όνομά τους σε θεατρικές μαρκίζες, σφράγισαν ποιητικά τη γενιά τους, τρανοί της δόξας και του χρήματος, η χρυσή γενιά της Μυκόνου του ’30. Θα σμίξουν αργότερα με εξόριστους, αντιπάλους του Μεταξικού καθεστώτος. Ύστερα θα χαθούν στη μέγγενη της Κατοχής, στη μάχη της επιβίωσης και θα ξανάρθουν μετά τον Εμφύλιο. Ωριμότεροι! Όλη η παρέα εδώ. Πάλι ισχυροί. Της πολιτικής, του χρήματος, του καλλιτεχνικού χώρου. Νέα στέκια στο νησί, νέοι άνθρωποι, νέοι δρόμοι, η ίδια γεύση ξεγνοιασιάς και αλεγρίας. Αγοράζουν τα πρώτα σπίτια ή χτίζουν τα δικά τους. Τα αρχοντικά της Χώρας και της Άνω Μεράς φρεσκάρονται. Σάλες ανοίγουν, αυλές ασπρίζονται. Οι νοικοκυρές περιποιούνται δωματιάκια. Σπίτια, κλειστά λόγω εσωτερικής μετανάστευσης, νοικιάζονται σε παραθεριστές. Όσοι δεν χωράνε στο Δήλος, στο Απόλλων, στο Λητώ, στο Ξενία, μπαίνουν στα σπίτια μας, μοιράζονται την κατσαρόλα μας. Ξεφυτρώνουν τα πρώτα ενοικιαζόμενα δωμάτια. Όσο περνά ο καιρός η Μύκονος ανακαλύπτει τα «τρεχούμενα νερά», ένα είδος πρώτης ζήτησης σε μόνιμη ανεπάρκεια. Τα πρώτα Rooms for rent καλωσορίζουν τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο.

Η τουριστική Βαβέλ της Μυκόνου χτίστηκε στη δεκαετία του ’60. Όλες οι γλώσσες ακούστηκαν τότε. Το νησί κάλεσε πίσω τα μεταναστευμένα παιδιά του. Οι Αθηναίοι ένοιωσαν κοσμοπολίτες, οι ξένοι σάστισαν, φώλιασαν, ξέδωσαν. Οι χίπις φόρεσαν χαϊμαλιά και σανδάλια, έστριψαν τσιγάρα στη άμμο, έντυσαν Rock το βράχο ως πέρα όσο τους πήγαιναν τα πόδια τους, χωράφι το χωράφι, βράχο το βράχο, άνοιξαν μονοπάτι για τον παράδεισο. Ντόπιοι κι επισκέπτες γίνανε ένα. Τρώγανε το ίδιο ψωμί, μοιράζονταν τα ίδια σύκα, μένανε κάτω από την ίδια στέγη.Ο Ευρωπαίος, σαν έλυσε τα προβλήματα που του κληροδότησε ο πόλεμος, μπόρεσε να χαρεί το κομπόδεμά του, σε τόπους παραδεισένιους, μια ανάσα μακριά. Εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, ομοφυλόφιλοι, θαυμαστές αρχαιοτήτων, το διεθνές τζετ σετ, ο καθένας ζει εδώ τον δικό του παράδεισο.Το νησί άρχισε να μιλά ξένες γλώσσες. Τα Rooms to let with running waters, έγιναν σοβαρές επενδύσεις ξενοδοχείων. Άλλοτε εκ μετατροπής κι άλλοτε εξαρχής στημένες. Τότε άρχισε η μεγάλη πίεση. Τα φέρι μποτ έφεραν οχήματα, ήρθαν μηχανήματα, δρόμοι ανοίχτηκαν. Έγινε ο παράδεισος κήπος. Με φως, νερό, τηλέφωνο. Με εστιατόρια και χώρους διασκέδασης. Με λεωφορεία και ραδιοταξί.

Κάποια στιγμή, όπως συμβαίνει στους παραδείσους, ο όφις, κοίταξε στα μάτια την παραδεισιώτισσα  και της είπε: «Να ένα μήλο». Το πήρε εκείνη και το ‘κρυψε. Η ιστορία, ως γνωστόν, επαναλαμβάνεται μόνο σαν φάρσα. Κάποιοι αργότερα βρήκαν και δάγκωσαν το μήλο, άλλοι πάλι όχι. Εντωμεταξύ αυξήθηκαν οι έποικοι του Κήπου. Δεν ήταν πολλοί στην αρχή. Κάνανε απλά πολλή φασαρία. Αίροντας τις αμαρτίες-επιθυμίες των γονιών τους, σπρωγμένοι από μια ακατανίκητη επιθυμία που προκαλούσε η αλόγιστη κατανάλωση κίτρινων φυλλάδων και τηλεοπτικών εκπομπών, ήρθαν και ξανάρθαν. Κι όπως όταν θεωρείς κτήμα σου μια γυναίκα που σου χαρίζει το κρεβάτι της, έτσι λογίστηκε σαν Μύκονος ο κήπος των εποίκων.

Κάποτε ανακάλυψαν δίπλα τους, άνθρωπους, που πίνανε καφέ στου Μπακόγια, στου Κοιλιαμπούρη, στου Μαδούπα, τρώγανε στου Μαθιού, στου Ριζόπουλου, στου Λημνιού, γλεντούσαν με σαμπούνα, πίνανε δικό τους κρασί, χορεύανε σε πανηγύρια, είχαν παιδιά στο σχολείο, είχαν ψυγείο και τηλεόραση. Και τότε όλο αυτό φανερώθηκε –πάνε καμιά δεκαριά χρόνια τώρα- ως η «Άλλη Μύκονος». Σα να λέμε δηλαδή η Μύκονος των «Άλλων». Σχήμα οξύμωρο, καθώς ορίζεται ως «άλλο» το προϋπάρχον.

Μεγαλώνοντας χωρίς διαχωρισμούς τουριστική πελατείας, μάθαμε να μετράμε ενιαίο το σώμα του νησιού. Πονάμε για όσα συμβαίνουν. Πονέσαμε το ίδιο όταν μας είπαν πως το Aids προτιμά συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων ή όταν λόγω της πτώσης του Χρηματιστηρίου, τα εικοσάποντα κουβανέζικα πούρα, έγιναν cigarillos. Και τους σεμνούς και ταπεινούς υπουργούς νοιαζόμαστε, που τους καλεί μονότονα ο όφις: «Στάσου ‘μύγδαλα» κι όμως τους στερεί και φέτος τη χαρά του Κήπου η «γυναίκα του Καίσαρα» κι ο φόβος που φυλάει τα έρημα, χάριν του φαίνεσθαι. Του μη εκτίθεσθαι δηλαδή για να εκλέγεσθαι. Κι έτσι μένουμε όλοι απολύτως εκτεθειμένοι στον κάθε όφι!

Σημείωση:

-Δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2007 στο περιοδικό MYKONOS COFIDENTIAL. Το γεγονός ότι φέτος, στο επετειακό τεύχος του 2010 για τα 5χρονα, ξαναδημοσιεύεται ως ένα από τα καλύτερα του περιοδικού για το τεύχος του 2007, μας ξαφνιάζει ευχάριστα.

-Επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με τα πρώτα Φθινοπωρινά σύννεφα του ίδιου χρόνου. Κανένας πολιτικός δεν ήρθε στο νησί αυτό το προεκλογικό καλοκαίρι. Ακόμα κι αυτοί που ήρθαν νωρίς (π.χ. ο Γιακουμάτος το Πάσχα του 2007 και η Φάνη Πάλλη Πετραλιά λίγο αργότερα, για να δώσει και καλά ένα βραβείο), έχασαν τα υπουργεία τους.

δεν έχω δυο λέξεις ν’ ακουμπήσω

“…ξέρω στον Άι-Λούκα κάποιο μέρος,

που ‘ναι μια μούρλια όταν ανθεί το χαμομήλι*”

Εκεί από χτες αναπαύεται η μάνα και δεν έχω τις δυο λέξεις που χρειάζομαι, που μέσα τους να ακουμπήσω όσα εδώ και μέρες θέλω να πω. Δεν τις έχω…

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται**

Ακουμπάω εδώ λόγια παρηγορητικά, δυο δικών μου και δικών της ανθρώπων του Πέτρου και του Αρτέμη, που μόλις έφερε από την Αμερική το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:

“Thia maria was one of the best women on the earth. She meant a lot to all of us… especially my mother. A big part of mykonos has died with her. The island will not be the same without her. We felt this way for the first time when we lost our papou, then our uncle billy, now our thia maria. Ican’t believe she’s gone. I really expected her to make it and be just fine. She was a loving and compassionate and sensitive and sincere and earnest woman, a true lady, always caring for others and always being generous with her kindness and her smile. We regarded her with high esteem. She was my favorite! I loved her very much. I’ll miss her very much. Our whole family shared a special bond with her. Our hearts are broken. We send our sympathy, our empathy, our love and what courage we have left. The world has lost a great and dignified lady. We love you all. We were all very lucky to have had her in our lives …we really were.

We really really really loved her very much!
We will always remember her lovingly & fondly

SHE WAS THE BEST!
~pk & arte”

* Πανάγου Αξιώτη “Επιστολή”

** Κώστα Καρυωτάκη “Mυγδαλιά”

Φωτογραφία Asteroid, Πρωτομαγιά του 2009

Ρώσσικες Νύχτες

Την Αποκριά το πρώτο που ξορκίζεις είναι ο θάνατος, ο φόβος του θανάτου μάλλον.

Kι επειδή όλα αυτά στο βάθος τους έχουν την πλάκα τους, αφού πάνω απ’ όλα είναι οι όμορφες στιγμές που σε ζεσταίνουν κι ενίοτε σε κρατάνε ζωντανό, η επιλογή να στρίψω την οδό Φρυνίχου και να απολαύσω τις “Ρώσσικες νύχτες” ήταν που γέμισε ευχάριστα το Σαββατόβραδό μου.

Οι “Ρώσσικες νύχτες” είναι πρωτίστως μια κωμωδία ανατρεπτική που παναπεί σε φέρνει τούμπα, όσο σκατά και να ‘ναι η διάθεσή σου.

Η υπόθεση: μια ομάδα έξι ανθρώπων -ο καθένας με το πρόβλημά του- περιμένουν να πεθάνουν. Επιλέγουν τη λύση της αυτοχειρίας με ρώσσικη ρουλέτα. Έτσι κάθε φορά ένας φεύγει, ενώ την ίδια στιγμή οι υπόλοιποι παίρνουν παράταση, ώσπου να βρεθεί πάλι ο έκτος για να παιχτεί σωστά το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου.  Γιατί στην ουσία αυτό είναι. Για κάποιους είναι παιχνίδι θανάτου, αλλά για την πλειοψηφία δεν είναι παρά ένα παιχνίδι συναρπαστικής όσο και vivere pericolosamente ζωής.

Το κείμενο είναι της Βιργινίας Διακάκη και της Ράσμι Σούκουλη,

η μουσική του Αλέξη Ρέτση,

η σκηνοθεσία του Γ. Μποστατζόγλου

Σκηνικά – κουστούμια της Βιργινίας Διακάκη

Επιμέλεια κίνησης – χορογραφίες της Σοφίας Θανοπούλου

Παίζουν: Κωνσταντίνα Ψωμά, Στέλιος Τράκας, Λούσα Μαρσέλλου, Θοδωρής Μπουζικάκος, Γιώργος Παπασίνος, Δέσποινα Νικητίδου, Ράσμι Σούκουλη

Το γεγονός ότι η Scala Shop Gallery ανήκει κι επίσημα στους υποστηρικτές μιας τέτοιας παράστασης, μας χαροποιεί ιδιαίτερα.

Στην Μ.Ε.Θ. του Ερρίκος Ντυνάν

Δυο ώρες στον προθάλαμο των χειρουργείων και της Μονάδας Eντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου Ντυνάν, δεν την είχα δει. Ούτε και στην τελευταία μου επίσκεψη ήταν εκεί. Σήμερα όμως καθώς έπεσε το μάτι μου πάνω της, έμεινα να την διαβάζω και να την ξαναδιαβάζω ξανά και …ξανά. Όχι πως με ξάφνιασε το γεγονός. Ίσα ίσα σκέφτηκα, που μετά από τόση συγκίνηση που σκόρπισε στο πανελλήνιο, ύστερα από την τόση ντροπή για το νησί μας και κατ’ επέκταση για όλη τη χώρα, το ελάχιστο θα ήταν να δώσει κανείς το όνομα του εκλιπόντος στην αίθουσα που άφησε την τελευταία του πνοή.

O Doujon Zammit έγινε αίθουσα στο Ερρίκος Ντυνάν*. Μια πολύ σημαντική αίθουσα νοσοκομείου. Εκεί που καθημερινά χτυπά η πραγματική καρδιά της Ελλάδας, στα χειρουργεία και στις “Εντατικές”.

Κατά σύμπτωση σ’ αυτό τον ίδιο χώρο βρέθηκαν σήμερα τρεις συμπολίτες μας. Η μια περαστική από το χειρουργείο κι οι άλλοι δυο στην “Εντατική” δίνουν τον δικό τους αγώνα. Δυο μυκονιάτες στην “Εντατική” που φέρει ενδόξως τ΄όνομα του πολύ δικού μας πια αδικοσκοτωμένου Doujon.

Την ίδια στιγμή “χίλια μύρια κύματα μακρυά” στη Μυτιλήνη μια μάνα, ένας πατέρας, δυο αδέλφια, καρτερικά υπομένουν την ακροαματική διαδικασία προσδοκόντας δικαίωση. Τα χέρια σφιγμένα, οι καρδιές σφιγμένες… οι καρδιές σφιγμένες…

* Οφείλουμε στη μνήμη του το ελάχιστο. Με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, με γεναιότητα και αυτογνωσία, με καθαρή καρδιά και συνείδηση να δοθεί το όνομά του στο δρόμο που δολοφονήθηκε.

Κι ενα μνημείο. Το μοναδικό στο είδος του παγκοσμίως: Μημείο του Απροστάτευτου Ταξιδιώτη.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 43 other followers