Kλαδεύουμε …πολιτικές, όσο είν’ ακόμα καλοφέγγου

Μια φωτογραφία χίλιες λέξεις λένε.

Κι όμως, πριν από 3-4 δεκαετίες Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Ιταλοί, Γερμανοί, Γιαπωνέζοι, Αμερικάνοι έκαναν ουρές στις Ελληνικές τράπεζες για να πάρουν δραχμές.

Γιαλός Μυκόνου, ουρά στην Εμπορική Τράπεζα, ’80

Φωτογραφικό αρχείο: Δημ. Κουτσούκος

Τώρα που κουτσά στραβά αποφύγαμε προσώρας την επιστροφή σε τέτοια ευτράπελα σκηνικά και δεδομένης της γενικά παραδεκτής επίθεσης σε όλους εκείνους που είτε δεν έφταιξαν, είτε έφταιξαν ελάχιστα, μπορούμε χαλαρά να βάλουμε μια τάξη ώστε ν’ αρχίσουν να πληρώνουν το μάρμαρο οι πραγματικοί υπαίτιοι της σημερινής κατάστασης;
Τα κατεπείγοντα τα περάσαμε, τα πολλά τα κάψαμε…

Πάμε γι άλλα!
Για άλλα όμως!

Όσο για το νησί… το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε; Δύσκολα τα πράγματα δεδομένου ότι η αγορά στην οποία απευθυνόμαστε έχει επίσης τα δικά της προβλήματα. Ωστόσο αναμένεται κόσμος. Ο τουρισμός είναι ο μοναδικός χώρος στον οποίο ασκείται κάποιας μορφής επιχειρηματικότητα. Υπάρχουν θέσεις εργασίας που πρέπει να εξασφαλιστούν.

Oι Άγιοι Ανάργυροι του Κάστρου της Μυκόνου σε εξώφυλλο του Conde Nast Traveler. Η "γραμμή" είναι σαφής. Σαφέστερη δεν γίνεται: "Ευρώπη Τώρα" -7 μεγάλα λιμάνια καλούν τα ...πλοία στην ακτή: Ρώμη, Κυανή Ακτή, Αγία Πετρούπολη, Γρανάδα, Σλοβενία, Μύκονος, Έφεσος!

Σε δυο βδομάδες, με το που θα μπει ο Μάρτης, όπως κάνουμε επί δεκαετίες τώρα, πιάνουμε σκούπες, πινέλα, ξεσκονίζουμε ράφια. Κάθε πελάτης που διαβαίνει το κατώφλι πρέπει να ‘χει την υποδοχή που του αξίζει. Χρόνια τώρα, παρά τα σαχλά περί φιλοξενείας, και τα βραβεία, είχε πάει περίπατο αυτή η υποδοχή.
Κι όμως ελάχιστα πράγματα είναι απαραίτητα. Τα στοιχειώδη: καλές τιμές, ευγένεια, ειλικρίνεια, καλή καρδιά! Έτσι πορευτήκαμε στην αρχή κι έτσι οφείλουμε να πορευτούμε πάλι.

Κυρίως χρειαζόμαστε μια επανεκκίνηση στο θέμα της κοινωνικής συνοχής. Διαλυθήκαμε πια. Οι δεσμοί μας απέκτησαν μια αλλοτριωμένη σύσταση, που δεν μας χαρακτήριζε ποτέ, ούτε στην καθημερινότητα των συναναστροφών μας ούτε σ’ αυτό που συνιστά σήμερα το “Κοινόν των Μυκονίων”. Κυρίως όμως κάποιοι πρέπει να αρχίσουν να μιλούν τη γλώσσα της αλήθειας προς τα μέσα, ώστε δυναμικά να βγούμε και προς τα έξω να υποστηρίξουμε τα δίκαια ενός τόπου και μιας κοινωνίας που βάλλεται αδίκως ενώ τα αίτια είναι γνωστά και οι ευθύνες συγκεκριμένες.
Αυτά και καλημέρα, στο ξεκίνημα μιας δύσκολης βροχερής μέρας. Η πλήρης απογοήτευση του καθενός μας προσωπικά δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.
Οφείλουμε όμως να συνεχίσουμε και την προσπάθεια και τους αγώνες για καλύτερες μέρες.

Όσο ακόμα υπάρχει φως ας το κρατήσουμε αναμμένο.
Κι ας αναλογιστούμε μήπως και στις πολιτικές μας επιλογές και στις οικονομικές μας δραστηριότητες οφείλουμε, όπως και στο αμπελάκι μας, ένα καλό κλάδεμα διαμόρφωσης όσο είναι ακόμα καλοφέγγου!

Φιλιππής Κοντιζάς: εστιάτωρ καλών αισθημάτων*

«Τη ντομάτα να τηνε ρίχνεις σε νερό που βράζει, ίσα για ένα λεπτό. Ύστερα βγαίνει το φύλλο της σα χαρτί. Τα φύλλα να τα κρατάς. Άπλωσέ τα στον ήλιο ίσα-ίσα για μισή ώρα. Ύστερα πέρασέ τα από το μπλέντερ και κάμε τα σκόνη. Όποτε πιάνεις να κάμεις σάλτσα, ρίξε κι από τη σκόνη του ντοματόφυλλου. Δεν θα ξέρεις τι τρως! Όλη η γεύση της ντομάτας είναι στο φύλλο. Εμένα ν’ ακούς…»

Τον ακούω ακόμα, εκεί στα Πλακωτά, στην αυλή του χωριού που ανέστησε πριν λίγα χρόνια στη Μύκονο. Με τα κολοκύθια στην τάξη τους, τα λάχανα, τις ντομάτες, τα κλήματα. Είχε μεράκι για τη γη, κυρίως είχε την αγάπη για τον κήπο κι ότι μπορεί να σου δώσει η πεπερασμένη του έκταση: τον πλούτο ενός πολύτιμου εργαλείου. Στις μέρες μας ακόμα περισσότερο. Κι αν καλά μπορούμε να διαβάσουμε τους οιωνούς, το μέλλον σ’ αυτά τα μικρά μποστάνια, στους μαϊζέβελους μικρούς κήπους επαφίεται, στον πατριωτισμό όσων οργανώνουν τον δικό τους κι από κει χαρίζουν στην οικογένειά τους, στην παρέα και στην πελατεία τους μια τέτοια πολυτέλεια.

Το 1975 τη Μύκονο θα την χαρακτηρίζαμε παρθένα κι άβγαλτη μέχρι τότε στον τομέα των εστιατορίων. Η κοινωνία του νησιού: αγρότες, ψαράδες, ναυτικοί και κυρίως οικοδόμοι που επέστρεφαν από την εσωτερική μετανάστευση, προσπαθούσαν να δέσουν το ατσάλι της τουριστικής ανάπτυξης. Το εντάσεως εργασίας «μυκονιάτικο όνειρο» έμοιαζε λυτρωτικό αφού άνοιγε δουλειές, κρατούσε τους νέους στο νησί, μέσα σε μια πολλά υποσχόμενη προοπτική για το μέλλον.

Όταν ο Φιλιππής άνοιξε εστιατόριο στον κήπο του πατέρα του, έκανε αμέσως τη διαφορά. Δίπλα στις εξαιρετικές ταβέρνες και τα μαγειρεία, πρόσθεσε ένα εστιατόριο στην καρδιά της Χώρας, μακριά από την ευκολία του Γιαλού. Εκεί έπρεπε τότε να δουλέψεις πραγματικά, να παρουσιάσεις ένα πρόσωπο που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον. Εστιατόρια της κατηγορίας του τα οποία στόχευαν και σε μια εκλεκτή πελατεία που είχε μέτρο σύγκρισης από άλλους χώρους εστίασης στην Ελλάδα και το εξωτερικό, έπρεπε και πρέπει να μαγειρέψουν πολλή αλήθεια στην κουζίνα τους για να έχουν το ποθητό αποτέλεσμα. Ο Φιλιππής, το διδάχθηκε από τους Μυκονιάτες γονείς του: «Ο ‘που μα’ειρεύει ψέματα, στον κενωμό τα βρίσκει». Στον κενωμό, την ώρα που κενώνεται η κατσαρόλα, στο σερβίρισμα δηλαδή, βρίσκονταν επί σειρά ετών στα πιάτα, η δικαίωση όλης της ιδέας που είχε ο Φιλιππής.

Πολύ πριν από την τάση για φρέσκα προϊόντα με οργανωμένη παραγωγή δίπλα στο εστιατόριο, είχε φροντίσει ακόμα και μέσα στη Χώρα στο ελεύθερο κομμάτι του κήπου να έχει τα βασικά μπαξεβανικά των πιάτων του.

Πολύ πριν από την ιδέα των 100 μιλίων και της ανάγκης να μην ταξιδεύουν για λόγους ενεργειακούς και οικονομικούς τα προϊόντα για να καταναλωθούν μακριά από τον τόπο παραγωγής τους, ο Φιλιππής καλλιεργούσε σειρά προϊόντων στη «Φάρμα Πλακωτά» της Μυκόνου. Εκεί, το 1999, στηριγμένος στην πείρα των χωριανών, των παλιών αγροτών της Μυκόνου, καλλιέργησε το μεράκι του και κάλυπτε μέρος των αναγκών του εστιατορίου.

Καθρέφτης ενός εστιατορίου δεν είναι το καλοσιδερωμένο του πρόσωπο. Δεν είναι τα στρωμένα τραπέζια, η άποψη των κριτικών και τα λαχταριστά του πιάτα μόνο. Καθρέφτης πρώτ’ απ’ όλα είναι η κουζίνα, τα μαγειρέματα, οι πρώτες ύλες, το «στομάχι» του δηλαδή κι εκεί που εντέλει καταλήγει το περιεχόμενό του. Θέλω λοιπόν εδώ να καταθέσω, με όλο το δικαίωμα που μου δίνει το γεγονός ότι είμαστε μια πόρτα επί 4 δεκαετίες, ότι το «στομάχι» του εστιατορίου Φιλιππή, εκτός από το καλό φαΐ, διέθετε σε σακούλες σκουπιδιών τα πιο τακτοποιημένα απορρίμματα. Η απουσία όγκου κουτιών κονσέρβας και άλλων παρόμοιων συσκευασιών ήταν αποτέλεσμα της αγάπης του για τη γη και τα φρέσκα προϊόντα της.

Ο Φιλιππής στη Μύκονο, για Μυκονιάτες κι επισκέπτες δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος δίπλα και μέσα στο jet set, ήταν ο αισθηματίας της ζωής και της εστιατορικής τέχνης, η ανοικτή πόρτα, η πρόθυμη συμμετοχή, η προβολή στοιχείων του τοπικού πολιτισμού. Το λαούτο, τα βιολιά, το σαντούρι, τα τουμπάκια κι οι σαμπούνες ηχούσαν συχνά στο στενό της Μαλαματένιας και στα Πλακωτά. Το πανηγύρι του Αγίου Φιλίππου και τα γλέντια που οργάνωνε ήταν στοιχεία που τον ανέδειξαν κυρίως σαν έναν άνθρωπο της προσφοράς.

Τα προβλήματα υγείας μπορεί να ανέστειλαν τελευταία αρκετά πράγματα, τα οποία είχαν αντίκτυπο και στο εστιατόριο. Η κόπωση έγινε αισθητή και στην πελατεία του. Ο αγαθός γίγαντας της μυκονιάτικης εστίασης, ο Φιλιππάκος με την παιδική ψυχή, έφυγε στις 15 Ιουλίου. Άφησε μια κληρονομιά σημαντική για το νησί. Εναπόκειται στους συνεχιστές αυτής της κληρονομιάς, να σχεδιάσουν από την αρχή και να πάνε παραπέρα το καλό μυκονιάτικο εστιατόριο που οραματίστηκε.

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό Food and Wine,

Καλοκαίρι 2011, τ. 3

Mykonos 60′s, στη μαγεία της εικόνας μιας δεκαετίας.

Η δεκαετία του ’60 άφησε το αποτύπωμά της σε όλο τον κόσμο.

Είναι η δεκαετία που αναπολούμε περισσότερο απ’ όλες τις περιόδους και στη Μύκονο, κυρίως για την αθωότητα, τις ευγενείς προσδοκίες μας και την ηρεμία που εμπεριείχαν οι μέρες και οι νύχτες μας.

Ήταν μια Μύκονο άλλου τύπου, καμιά σχέση με αυτήν που μας έχει επιβληθεί χωρίς δυστυχώς να το έχουμε αντιληφθεί.

Απόψε στο Γρυπάρειο, μέσα από τη μαγεία της εικόνας, ας προβληματιστούμε κι ας βάλουμε την καρδιά να δουλέψει δίπλα δίπλα με το μυαλό. Γιατί μου φαίνεται, πως ό,τι μέχρι τώρα έχει συμβεί και πιάνουμε τον πάτο του αγγειού, αιτία έχει που στερήθηκε το μυαλό την συνδρομή της καρδιάς. Φαίνεται πως η καρδιά των Μυκονιατών, η άδολη και αγάπη γεμάτη για τον τόπο, πήγε και βρήκε την ψυχή του νησιού και κρύφτηκαν για να μη βλέπουν, να μην ακούν…

“Η εκδήλωση θα περιλαμβάνει προβολή 3 φιλμ συνολικής χρονικής διάρκειας περίπου 60 λεπτών & slide show με παλιές φωτογραφίες Ο δημιουργός ενός εκ των φίλμ είναι ο γνωστός αρχιτέκτονας & εικαστικός καλλιτέχνης Robert R. Dvorak. ο οποίος το 1968 όταν ήταν φοιτητής αρχιτεκτονικής, επέλεξε τη Μύκονο για την πτυχιακή του εργασία. Η Πτυχιακή του έχει τίτλο «A Day On Mykonos 1968» (Μια μέρα στην Μύκονο 1968)το φιλμ αποτελεί σπουδαίο ιστορικό αρχείο για την Μύκονο.
Ο κύριος Dvorak  θα μιλήσει για το φίλμ αυτό και για τις εντυπώσεις του από το νησί την δεκαετία του 60.
Το 2ο φιλμ είναι ένα ντοκιμαντέρ του Stelios Roccos, αφορά τη ζωή ενός αγοριού του Νικόλα στη Μύκονο του 1960. Παρουσιάζεται η απλότητα, το ήθος, η λιτότητα, η ευπρέπεια, η αρμονία, το μέτρο, η εργατικότητα και η ομορφιά του νησιού στην δεκαετία του 1960.
Το τρίτο είναι ένα σύντομο διαφημιστικό σποτ του ΕΟΤ της Μυκόνου την δεκαετία του ’60.

Οι συμπολίτες μας Μαριάννα Αθ. Κουσαθανά και Δημήτρης Μαν. Κουτσούκος είχαν την πρωτοβουλία αυτής της εκδήλωσης. Εμείς άλλο δεν έχουμε από το να τους ευχαριστήσουμε για τη μαγεία του ταξιδιού και της ενδοσκόπισης στα άδυτα της ψυχής του νησιού που θα μας χαρίσουν. Να ευχηθούμε αυτή την ψυχή  να την ξεδιψάσουμε απόψε, με τις σωστές σκέψεις, προβληματισμό κι αγάπη, γιατί έτσι που παραμένει για χρόνια σε χειμερία νάρκη σίγουρα θα τη βρούμε διψασμένη.

Ώρα έναρξης 20.30

σχεδιασμός αφίσας: H2 concept

Πάσχα στη Μύκονο του ’91

Η φωτογράφος Λυδία Βεροπούλου, πέρασε με φίλους στο νησί το Πάσχα του 1991. Ήταν όμορφα τότε να γιορτάζεις το  Πάσχα στη Μύκονο. Οι βάρβαροι του πρώτου τριημέρου της χρονιάς δεν ήταν ακόμα τόσο αγριεμένοι και μπορούσες ακόμα να απολαύσεις με όλες σου τις αισθήσεις ό,τι συνέβαινε γύρω σου: την Άνοιξη πρωτίστως, τα πάθη και τις χαρές, τις γεύσεις και τις μυρωδιές. Μα πάνω απ’ όλα μπορούσες να ακολουθήσεις έναν ρυθμό, τον ρυθμό που έδινε μια πόλις ανθρώπων που ζούσαν ανθρωπινά.

Γειτόνισσές μου στον φούρνο του Γιώρα φτιάχνουν κουλούρες της Λαμπρής - Μύκονος 1991, φωτογραφία: Λυδία Βεροπούλου

Ύστερα ήρθε μια μαζική παράκρουση, ήρθαν άνθρωποι άλλιώτικοι κι έφεραν μαζί τους αυτό που κυρίως τους χαρακτήριζε κι από το οποίο δεν μπορούσαν να ξεφύγουν ούτε στις διακοπές: τους ρυθμούς τους. Η πόλις τότε, η Χώρα, το νησί όλο, έβαλε μπρος τις μηχανές κι από τότε ως τα σήμερα έχει κάψει τόνους κάρβουνου για να μπορέσει να διατηρήσει τον νέο ρυθμό. Και μαζί κάηκαν όλα, άνθρωποι, σπίτια, θάλασσες, βουνά και χωράφια.

Είκοσι χρόνια μετά, μέρος από το υλικό που αποτύπωσε τότε φωτογραφικά, το βρήκαμε να ταξιδεύει διαδικτυακά. Να ‘ναι καλά, για τη συγκίνηση που μας χαρίζει. Το νησί ακόμα και για όσους από μας στέκονται κριτικά απέναντι σε όσα το ταλαιπορούν χρόνια τώρα, παραμένει όμορφο. Και είναι όμορφο στα μάτια τα δικά μας και των χιλιάδων φίλων του που γνωρίζουν ότι πρέπει να ακολουθήσουν πορεία διαφορετική από την προδιαγεγραμμένη για να αρμέξουν τη μοναδική συγκίνηση που χαρίζει η Μύκονος.

Φούρνος του Γιώρα, η γειτονιά φτιάχνει κουλούρες. Πάσχα 1991, Μύκονος, φωτογραφία: Λυδία Βεροπούλου

Επιτέλους φέτος ας χαλαρώσουμε, έτσι για να νοιώσουμε κάποιου τύπου ανάσταση, που όλοι μέσα μας την έχουμε ανάγκη.

Η Ανάσταση είναι πρώτα απ’ όλα εσωτερικής φύσεως θέμα,  ας το συνειδητοποιήσουν αυτό όσοι επισκέπτες που αποτινάσσουν τον όποιο πολιτισμό κουβαλάνε με το που πατήσουν το πόδι τους στο νησί.

Η Ανάσταση δεν είναι θέμα ταμειακό, ας το συναισθανθούν κάποιοι αμετανόητοι “δικοί μας”, που χρόνια τώρα οι συμπεριφορές και οι παραλήψεις τους προσμετρώνται στις ζημιές για τον τόπο.

Καλό Πάσχα σε όσους έρθουν στο νησί. Κυρίως Καλή Ανάσταση σε όσους έρχονται για να αναστηθούν, μετά από μια περίοδο παρατεταμένης σταύρωσης.

Γιώργος Πίττας: τα πανηγύρια του Αιγαίου, έτοιμα για το τυπωθήτω!

Τα τελευταία χρόνια αλωνίζει το Αιγαίο, ο τυχερός. Στον ντρουβά του φυλάει γεύσεις και μνήμες, περιστατικά, ιστορίες, σημάδια πολιτισμού. Το ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε αυτή τη φορά στα πανηγύρια, σε στιγμές χαράς και ξεφαντώματος.

Ο Γιώργος Πίττας στου Μπακόγια, όπως τον συνέλαβε ο φακός της Βιβής Χανιώτη.

Περιχαρής χτες μου ανακοίνωσε πως τέλειωσε πια κι είναι έτοιμος να παραδώσει το υλικό του ώστε να πάρει τον δρόμο του, να γίνει βιβλίο. Λίγο πριν το τυπωθήτω ανέβασε στο blog του το κείμενο που ακολουθεί, έναν ύμνο για τη Μύκονο, τον λαϊκό της πολιτισμό και τους ανθρώπους της. Ο Γιώργος Πίττας γνωρίζει καλά το νησί μας αφού έρχεται εδώ από τα νεανικά του χρόνια. Ας δούμε λοιπόν τι γράφει:

“Τα πανηγύρια της Μυκόνου”

του Γιώργου Πίττα

<< Χωρίς πολλές περιστροφές θα ομολογήσω την αμαρτία μου! Άλλωστε ομολογημένη αμαρτία παύει να ναι αμαρτία. Από όλα τα νησιά του Αιγαίου – και απ’ ότι φαίνεται και στην παρούσα έκδοση, έχω επισκεφθεί  τα περισσότερα -  σ’αυτό που η καρδιά μου ταρακουνιέται, όταν το πατώ, είναι η Μύκονος. Δεν γνωρίζω πώς και γιατί, μετά από τόσες καταστροφές που έχουν συμβεί απάνω της και μετά από πόσες απογοητεύσεις, η Μύκονος παραμένει  το πιό αγαπημένο μου νησί. Κάτι οι εφηβικές αναμνήσεις, τότε με τις ανέμελες καλοκαιρινές διακοπές κάνοντας γυμνισμό στην παραλία της Παράγκας και τη νυχτερινή διασκέδαση στις Εννιά Μούσσες του Κώστα Ζουγανέλη. Κάτι οι γνωριμίες μου με τους συναρπαστικούς τύπους του Γιαλού, τους χαρακτηριστικούς Μυκονιάτες.

Ηταν η εποχή που οι περιηγητές – οι περαστικοί ή οι αυτοί που από περαστικοί γίνονταν μόνιμοι, όπως ο Γιεχούντι Μενουχίν – είχαν το χρόνο και τη διαθεση να συναστραφούν με τους ντόπιους. «Οι ξένοι μπορεί να είχαν τρόπους και να ήταν πολιτισμένοι περισσότερο από μας τους Μυκονιάτες, αλλά γινόνταν ένα με τους ψαράδες δεν τους ένοιαζε που ήμασταν φτωχοί! Kαι μπαίναν και μερικοί και στα χωριανά σπίτια και δεν εξεχώριζες τότε ποιος ήταν πιο χωριανός…», σχολίαζαν εκπληκτικοι οι ντόπιοι Μυκονιάτες από την επιθυμία των ξένων να γνωρισθούν με τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Πόσοι και πόσοι επισκέπτες της Μυκόνου δεν ξετρελάθηκαν με το νησί. Κι ανάμεσά τους όχι  τυχαίοι άνθρωποι. Σπουδαίοι επώνυμοι επισκέπτες όπως ο Ν.Καζαντζάκης, ο Γ.Σεφέρης, ο Ν.Εγγονόπουλος, ο Γ.Τσαρούχης, ο Ο.Ελύτης, ο Ν.Εγγονόπουλος, ο Α.Κωνσταντινίδης, ο Δ.Βασιλειάδης και από του ξένους ο Α. Camus, o R.Barthes, o L.Durrel, o Le Corbusier και πολλοί άλλοι γοητεύονται από τη Μύκονο και γράφουν ενθουσιώδεις εντυπώσεις, πολύ πριν το νησί, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, γίνει σύμβολο κοσμοπολίτικης ζωής,

Θάμα είναι η Μύκονο. Θάμα… η Ιερουσαλήμ, η Μύκονος κι η Μόσχα! Να οι τρεις πολιτείες που μου έκαναν κατάπληξη” δηλώνει με θαυμασμό  ο Νίκος Καζαντζάκης ενώ ο Άρης Κωνσταντινίδης γίνεται πιό συγκεκριμένος:

“Γιατί, η καλή αλήθεια είναι πως σ’ αυτό το νησί, τη Μύκονο, είτε για σπίτι πρόκειται, είτε για εκκλησιά και ξωκλήσι, είτε για ανεμόμυλους και περιστεριώνες, είτε για μαντρότοιχους και για πεζούλες και για πλακόστρωτες αυλές, και για μικρά ή πιό μεγάλα σοκάκια,  παντού και πάντοτε προβάλλει φωτεινή και ζωντανή η ποιότητα και το καλοσχεδιασμένο σχήμα, σαν ένας υψηλός λόγος. Όταν δηλαδή το κάθε κτίσμα, η κάθε αρχιτεκτονική, είναι σαν μία σκέψη, σαν ένας βαθύς στοχασμός, σαν ποιητική πράξη, μέσα σε έναν κόσμο, που δεν μπορεί να είναι μονάχα λογικός, όταν μπορεί να είναι και όμορφος… Κι όποιος βρεί τον καιρό να μείνει και να ζήσει μερικές μέρες στο νησί, θα γευθεί και άλλες χαρές, και άλλες νοστιμάδες, και άλλες λιχουδιές. Το καλό χοιρινό κρέας, τα μοναδικά λουκάνικα, και τα “συγκλινα”, και τις “λούζες”, και το νόστιμο τυρί, την “κοπανιστή”, και το κρίθινο παξιμάδι, μαζί με κάποιο καλό κρασί, σε συντροφιές με ντόπιους, που ξέρουνε  από φαγοπότι και από γλέντια, και κεράσματα και τραγούδια, ίσως γιατί από τα πιό αρχαία χρόνια, ο θεός που λατρευόταν “κατ’ εξοχήν” στη Μύκονο ήταν ο Διόνυσος, που και σήμερα τον βρίσκεις παντού, στη χώρα, στο λιμάνι, στο ανοιχτό τοπίο. Κι όποιος, τέλος, έχει την τύχη να βρεθεί σε “χοιροσφάι” που γίνεται κάθε χρόνο από Μυκονιάτες, στη μεγάλη Δήλο, όπου με έναν ιεροτελεστικό τρόπο προετοιμάζονται τα σύγκλινα και τα λουκάνικα και οι λούζες, θα χαρεί μιά ομηρική, θα τολμούσα να πω ατμόσφαιρα, κάτω από έναν ανοιχτό ουρανό, κι έτσι όπως θα τονε συντροφεύει η θάλασσα, απ’ όλες τις μεριές γύρω του, για να τον ενώνει με όλη την οικουμένη”.

Αυτή τη Μύκονο, που περιγράφει ο Άρης Κωνσταντινίδης,  είχα την τύχη να γνωρίσω καλά την δεκαετία του 1980 όταν με την παλιά μου επαγελματική ιδιότητα, είχα συνεργασθεί με τους περισσότερους ξενοδόχους της Μυκόνου, οι οποίοι με  πολύ χαρά με  μύησαν στη πραγματική ζωή του νησιού. Έτσι γνώρισα  τα πανέμορφα  «χωριά» (στη Μύκονο «χωριό» ονομάζουνε κάθε απομακρυσμένο μικρό αγροτόσπιτο ) , τα χοιροσφάγια, τους “κουκούγερους” στις  Αποκριές και  τα πάμπολλα πανηγυράκια. Από τότε έκαμα και άλλες γνωριμίες και φιλίες με ντόπιους, που ακόμα καλά κρατούν, αλλά και ίσως  είναι οι σταθερότεροι κρίκοι που με δένουν με το νησί, γιατί  ο τόπος μέρα με τη μέρα γίνεται αγνώριστος.

Γιατί  αν η πρώτη φάση της τουριστικής κοσμοπολίτικης ανάπτυξης  (1930-1970) της Μυκόνου στηρίχθηκε στο Μύθο  της αυθεντικότητας του κυκλαδικού τοπίου (τόπος, περιβάλλον, αρχιτεκτονική) και στο χαρακτήρα των κατοίκων (ανεκτικότητα, φιλικότητα, ανοιχτοσύνη, φιλοξενία), στοιχεία που είχαν άμεση σχέση με την ταυτότητα του νησιού, η δεύτερη φάση (1980-2010) στηρίχθηκε στο Παραμύθι του Life Style. Η Μύκονος  έγινε ο τόπος όπου κυριάρχησε ένα ύφος ζωής που διαμορφώθηκε αποκλειστικά και μόνο από τις αξίες της απόλαυσης, του ευδαιμονισμού, της πολυτέλειας και της επίδειξης.

Το άνοιγμα της Μυκονιάτικης κοινωνίας στα νέα δεδομένα, ο κατακλυσμός του νησιού των δέκα χιλιάδων κατοίκων από όλες τις φυλές του πλανήτη (κοσμικοί, νεόπλουτοι, καλλιτέχνες, ομοφυλόφιλοι, τρανσέξουαλ, χίππιδες, εκκεντρικοί,  ανθρώποι του κατεστημένου αλλά και του περιθωρίου, νεολαία, αλλά και όσοι  έρχονται να δούν όλους τους παραπάνω), η μετατροπή της υπαίθρου της Μυκόνου σ’ένα  τεράστιο οικόπεδο για να χτιστούν βίλες και επαύλεις, ήταν φυσικό να επηρεάσουν το σύστημα   αξιών και τον τρόπο ζωής των ντόπιων, όπως έγινε και σε τόσα άλλα μέρη που υπέστησαν το ίδιο πολιτισμικό σοκ. Το ίδιο  σοκ βέβαια ένιωσαν και όσοι γνώριζαν και αγάπησαν την παλιά Μύκονο. Προφανώς και η αφεντιά μου.

“Οσα δεν κάμει ο καιρός τ’ αποτελεύει ο άνθρωπος”, έλεγε προφητικά  από το 1965 στα γραφτά της η Μυκονιάτισσα συγγραφέας Μέλπω Αξιώτη και συνεχίζει: “Η ψυχή του νησιού πάει και τρυπώνει σ’ ένα χώρο όλο και πιό πολύ  συμπιεσμένο, που συνεχώς τον φοβερίζουν πως θα τον σκοτώσουν… Κι όλα , όλα πουλιούνται, όλα, όλα”.

Αυτή τη ψυχή του νησιού προσπαθώ κάθε φορά να ξετρυπώσω. Πόσες φορές δεν έχω πεταχθεί με το πρωϊνό δελφίνι από τη Πάρο, για να πιώ τον πρωινό καφέ στο καφενείο του Μπακόγια,  ανάμεσα στους αγρότες που πουλάνε τα ζαρζαβατικά από τον κήπο τους και τους ψαράδες που διαλαλούν με τη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά, την πραμάτεια τους στην μαρμάρινη παγκάδα του Γιαλού. Ή να χωθώ στον  ξυλόφουρνο του Γιώρα, να  μυρίσω τα  λαχταριστά καρβέλια του και να απολαύσω τα πειράγματά του στις ηλικιωμένες πελάτισσές του. Ή όταν έλθει η ώρα του ούζου και του μεζέ, άλλοτε με  θαλασσινά και άλλοτε  με το ντόπιο λουκάνικο,  παρέα με τους Μυκονιάτες φίλους που πάντα μου ανοίγουν την καρδιά, τον Δημήτρη Ρουσουνέλο, την Φρατζέκα, την Όλγα, την Κατερίνα, την Δέσποινα, τη Δήμητρα, τον Απόστολο, και τον Παναγιώτη Κουσαθανά. Και βέβαια πού αλλού μπορεί κανείς να ξετρυπώσει τη ψυχή της Μυκόνου, παρεκτός απο τα πανηγύρια της.

Μένουν άναυδοι όσοι φίλοι μου μ’ ακούν  να υποστηρίζω ότι  τα Μυκονιάτικα πανηγύρια είναι ίσως τα πιό ζωντανά  πανηγύρια του Αιγαίου. Δεν μπορούν να διανοηθούν ότι πίσω απο τη βιτρίνα  του  Life style  κρύβεται μιά τέτοια ζωή, που είναι  τόσο παρούσα και κραταιά, αλλά απαιτεί μάτια για να τη διακρίνεις. “Όμορφα τα μάτια σου, αλλά να ήξερες που κοίταζες;” καθώς λέει ο ποιητής.

Η αλήθεια είναι ότι παρ’ ότι οι  σύγχρονοι Μυκονιάτες, (άλλοι πολύ και άλλοι λιγότερο) είναι μπασμένοι μέχρι τα μπούνια στον κοσμοπολίτικο και καταναλωτικό τρόπο ζωής, κατάφεραν να διατηρήσουν ταυτόχρονα, πολλή ζωντανή την ανάγκη να έχουν επαφή με ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτό που τους θυμίζει την “παράδοση” και την “συνέχεια” του τοπικού τους πολιτισμού. Είτε από ενοχές για το κακό που έγινε στο νησί και όπου ο καθείς έβαλε το χεράκι του, είτε από  βιοτική ανάγκη προκειμένου να μην αποκοπούν από τις μνήμες τους και χάσουν τον εαυτό τους , είτε σαν ιδεολόγημα, είτε σαν σύγχρονη επιλογή, οι Μυκονιάτες συμμετέχουν σ’ όλα τα παραδοσιακά τελετουργικά δρώμενα, από τους αποκριάτικους κουκούγερους και τα χοιροσφάγια μέχρι τα πανηγύρια.

Και είναι απίστευτο με πόση ζωτικότητα και δαιμονισμένη χαρά. Παντού, σ’ όλα τα πανηγύρια και τις γιορτές, το ίδιο κέφι, το ίδιο γλέντι και η ίδια απαράμιλλη μυκονιάτικη φιλοξενία,  που δεν επιτρέπει να φύγει κανείς απο το πανηγύρι ακέραστος…

“εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε

μονό σας πεθυμήσαμε κι ήρθαμε να σας διούμε”

τραγουδά η θρυλική ζυγιά της Μυκόνου, ο Μπαμπέλης και ο Καντενάσος, με την τσαμπούνα και το τουμπάκι που συνεχίζουν απτόητοι.

“Η μέρα η σημερινή, δεν είναι σαν τις άλλες

είναι το χρόνο μιά φορά, κι είναι χαρές μεγάλες.

[...]>>

Η συνέχεια του άρθρου εδώ: Πανηγύρια της Μυκόνου

Αγιασμός των υδάτων στον Καλαφάτη

Στο μολαράκι του Καλαφάτη, έγινε για την Άνω Μερά ο Αγιασμός των Υδάτων.

Για τον σταυρό που έριξε ο ηγούμενος της Τουρλιανής Φιλάρετος,

βούτηξαν 14 αγόρια

κι ένα κορίτσι.

Ο τυχερός που τον έπιασε ήταν ο 15χρονος Κωνσταντίνος Ι. Γαλούνης,

που έκανε “κατά το έθιμο” τον γύρο με τον δίσκο για το σχετικό προσκύνημα με το αζημίωτο.

Πάντα άξιος!

Ωραίος καιρός, απολαυστική μέρα, με εξαίσιο χειμωνιάτικο ουρανό

η θάλασσα “ασήμι γέμιζε σπαρταριστό” που λέει κι ο Τσιτσάνης και τα “Βυζιά της Αφροδίτης” απέναντι στα Διβούνια …μια ομορφιά ζωγραφιστή!

Σημείωση: Για τη Χώρα ρεπορτάζ και φωτογραφικό υλικό εδώ: http://www.e-mykonos.gr

H Κερκίνη του Γιαλού ανεβαίνει Ματογιάννι!

Mύκονος: To Πνεύμα του Πελεκάνου

Κι από χτες 31.05.2010, το Πνεύμα του Πελεκάνου

προστατεύει τον τζαζίστα Charles Lloyd και τη Μαρία Φαραντούρη

κλικ για link

Τα τελευταία χρόνια στη Μύκονο η αναψυχή είναι αναπόσπαστα δεμένη με τη μόδα και την τέχνη.
Η έκθεση φωτογραφίας της Βιβής Χανιώτη, έρχεται να τιμήσει έναν παλιό φίλο της Μυκόνου τον Πελεκάνο. Τη διοργανώνει η Scala Shop Gallery στέλνοντας μέσα από την έκθεση αυτή …ένα μήνυμα, που αποκτά ιδιαίτερη σημασία το φετινό δύσκολο καλοκαίρι. Τα σύμβολα οφείλουμε να τα σεβόμαστε, πίσω τους κρύβεται ό,τι μας δίνει αξία στην …Αγορά: οι άνθρωποι, το φυσικό περιβάλλον, οι διαχρονικές αξίες, τα σημάδια του πολιτισμού, όλα αυτά στα οποία αξίζει να επενδύσουμε την έγνοια και την αγάπη μας.

Openning 21 05 2010

Αρκετές δεκαετίες πέρασαν από τότε που ο Πέτρος ξέφυγε από τον σχηματισμό του μεταναστευτικού του σμήνους και προσθαλασσώθηκε ημιθανής στο πέλαγος. Έζησε ανάμεσά μας από το 1958 και κάποιοι θυμούνται ακόμα το μικρό κι αδύναμο πουλί, στην αγκαλιά του ψαρά που το περιέθαλψε. Εκείνος ήταν που το ανέστησε κυριολεκτικά, το ανέθρεψε καθ’ εικόνα και ομοίωση, μαθαίνοντάς του ν’ αγαπά τους ψαράδες που του έδιναν τροφή, και τους τουρίστες που έδιναν τροφή στους ψαράδες. Έμαθε ακόμα ν’ απολαμβάνει τη βόλτα στο Γιαλό, να χαίρεται το μελτέμι κι ας του χαλάει καμιά φορά το χτένισμα.

The Pelican Spirit – Photo: Vivi Chanioti

Ο Πέτρος, η Ειρήνη, ο Νικόλας, η Ωμέγα, ο Δήμος, ο Πέτρος ο νεώτερος, οι πελεκάνοι της Μυκόνου, παραμένουν μια συμβολική αξία για την τουριστική ψυχή της Μυκόνου. Στην έκθεση που θα εγκαινιαστεί το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος με τίτλο «Το Πνεύμα του Πελεκάνου» (The Pelican Spirit), θα είναι ωσεί παρόντες, ως τις 31 του Μάη.

Το Πνεύμα του Πελεκάνου, ISBN 978-960-98429-0-7  – Τιμή 10 ευρώ, σελίδες 64,

Στα κεντρικά βιβλιοπωλεία από το πρώτο δεκαήμερο Ιουνίου 2010 ή με παραγγελία στο αγαπημένο σας βιβλιοπωλείο ή στο scala@otenet.gr (ταχυδρομική παράδοση κατ’ οίκον)!

Scala Gallery Εκδοτική, Ματογιάννι 48, 84600 Μύκονος, τηλ. 2289026992 και 6944393323

Το φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο “Μykonos: Το Πνεύμα του Πελεκάνου – The pelican spirit”, είναι το πρώτο μιας σειράς ανάλογων εκδόσεων διαφόρων θεμάτων που σηματοδοτούν το νησί της Μυκόνου. Η Μυκονιάτισσα φωτογράφος Βιβή Χανιώτη και οι συντελεστές του δημιουργικού γραφείου H2 Concept, καταφέρνουν να αποδώσουν ένα κατ’ εξοχήν «τουριστικό θέμα» με όρους και χαρακτηριστικά ενός προϊόντος που έχει μια διαχρονική καλλιτεχνική αξία. Στο ίδιο πνεύμα θα συνεχίσουν όταν διαφορετικοί κάθε φορά φωτογράφοι και εικαστικοί καλλιτέχνες, θα κληθούν να αναδείξουν εικόνες διαχρονικές και σύγχρονες με τη δική τους χαρακτηριστική ματιά.

Η καλλιτέχνης καθοδηγεί τον …γκαλερίστα!

Η Scala Shop Gallery, ένας χώρος τέχνης στο Ματογιάννι, διοργανώνει εκθέσεις έργων σύγχρονων Ελλήνων και ξένων δημιουργών, που συμπληρώνουν τις μόνιμες συλλογές των: Γιώργου Κυπρή, Γιώργου Μαραζιώτη, Brian Piccini, Angela Pipikios, Luis Orozco, Kristina Ristic, Νίκου Μπένου-Πάλμερ, Eugeni Ilatovski. Διαθέτει επιλογές χειροποίητων κοσμημάτων των Apriati, Μέταλλον, Babylonia, Κατερίνας Ιωαννίδη, Έλενα Σύρακα. Τον Απρίλη κι ως τις αρχές του Μάη παρουσιάστηκαν κοσμήματα και γλυπτά της Άννας Θεοχαράκη που ανέπτυξε τη δουλειά της με χρωματιστά υφάσματα και κορδόνια.

Links:

http://www.scalagallery.gr/vivi-hanioti.php

http://mykonosjournal.blogspot.com/2010/05/blog-post_18.html

http://mykonosjournal.blogspot.com/2010/05/blog-post_22.html

http://www.facebook.com/dimitris.rousounelos?ref=profile#!/video/video.php?v=398161807857&ref=mf

Είχεν εψές μια κακοσύνη…

Από προχτές το νησί είναι φτωχότερο. Κατά μια αντένα! Κι αυτό είναι μια απώλεια που πιστώνεται στον κακό μας τον καιρό.

Τη φωτογραφία τράβηξε η Βιβή Χανιώτη.

Σπεύδω να ξεσκονίσω τη Μέλπω. Σα να ‘τανε σήμερα να ξεφύγει εκείνο το σαράκι από το χάσμα που άνοιξε μια νύχτα του Γενάρη, θα ‘χαν τα μάτια του πράματα και θάματα ν’ απολαύσουν.

“Απ’ τα χτες ως τα σήμερα”*

“Οι γονείς μου δε θα ‘χαν τι να κάμουν μια από τις πριν μέρες, κι εκαταπιάστηκαν μαζί μου. ‘Ετσι γεννήθηκα καθισμένος μέσα σ’ ένα πελώριο χοντρό ξύλο. Η μητέρα μου ήτανε δίπλα. Ρώτησα τι είμαστε, μου ‘πε ότι μας λεν σαράκια, εκείνα τα σαράκια που τρώνε το ξύλο και πολλά άλλα επίσης πράματα. Απ’ αυτό κατάλαβα γιατί βρέθηκα απάνω στο χοντρό τραβεζόνι. Το τραβεζόνι αυτό ήταν σφηνωμένο μέσα σ’ ένα μύλο κι ο μύλος καθότανε απάνω σ’ ένα νησί.

Τις πρώτες μου μέρες δεν έκανα παρά να τρώω, κι εφούσκωνα-εφούσκωνα, ύστερα άρχισα να περπατώ και στο τέλος άρχισα να σκέφτομαι. Με το περπάτημα προχώρησα προς τα έξω, κι αμέσως βρέθηκα τριγυρισμένος από ένα κάτασπρο πράμα που ως φαίνεται ήταν το φως της ημέρας. Μου φάνηκε πολύ ωραίο, τόσο, που άμα θέλησα να ξαναμπώ στη θήκη μου, είχα ρουφήξει πολύ φως κι αγέρα μέσα στα πνεμόνια μου, ώστε ο μέσα τόπος δεν με χωρούσε πια.

Η μάνα μου παραξενεύτηκε στην αρχή, που προτιμούσα τον αγέρα απ’ το γριτζάνισμα που εκείνη έκανε αδιάκοπα γύρω της, μα ύστερα σκέφτηκε πως ενώ όλα τ’ άλλα παιδιά της ήταν απαράλλαχτα σαν κι εκείνη, ο πατέρας μου εμένα ήταν μια ωραία πολυχρωματισμένη πεταλούδα. Το πως είχε συμβεί αυτό δεν το πολυθυμόταν, είπε μονάχα ότι θα μοιάζω ασφαλώς σ’ εκείνον, που από τότες δεν τον είχε ξαναδεί, γιατί τ’ άρεσε να κουνιέται μόνο μέσα στον έξω κόσμο κι έτσι μ’ άφησε ήσυχο. Εδιάλεξα λοιπόν ένα μέρος που μου φάνηκε το πιο ανοιχτό απ’ όλες τις μεριές, κι εκεί μένω τώρα πολύ καιρό, πόσο ακριβώς δεν ξέρω μ’ αν λογαριάσω απ’ το τι είδα, φαίνεται θα ‘ναι πάρα πολύς.

Ένα πλατύ γαλάζιο κομάτι απέναντί μου κουνιόταν αδιάκοπα μέρα και νύχτα με τον ίδιο τρόπο. Απ’ τη μανία του έκανε αφρούς, πάντα ήταν μεγάλοι κι ωραίοι οι αφροί του, που και που μόνο λιγοστεύανε και σπάνια εχανόνταν εντελώς. Είχα προσέξει πως όσο πιο μεγάλα ήταν αυτά τα κάτασπρα σημάδια, τόσο τα φτερά του μύλου μας κυνηγιότανε με περισσότερο κέφι. Αυτό έβαλα πολύ καιρό να το καταλάβω, μα στο τέλος το βρήκα. Κατά ‘κείνες τις μέρες ανέβαινε πάντα τη μέσα σκαλίτσα ένας άνθρωπος μ’ ένα σακί στον ώμο, κι όσο πιο μεγάλα ήταν τα άσπρα σημάδια, τόσο και παραπάνω ανεβοκατέβαινε αυτός, κι όταν δεν τα ‘βλεπα πια καθόλου, ούτε παίζανε πια με χορό οι αντένες μας, ούτε ο άνθρωπος πηγαινοερχόταν.

Έβλεπα κι άλλους νθρώπους. Άμα πήγαινε να τελειώσει το σκοτάδι και να ξανάρθει το φως της μέρας, κάτι μαύροι ίσκιοι κουνιούνται, απ’ την ίδια πάντα μεριά πρωτοφαινόντανε κι εχανόνταν πάντα πίσω από τον ίδιο βράχο. Εγούρλωνα στην αρχή τα μάτια μου για να τους ξεχωρίσω, μα στο τέλος πια ήξερα αν είχε αργήσει να φανεί η μαύρη σκούφια με τη χοντρή τη φούντα ή αν πρωτοξύπνησε ‘κείνος με το μακρύ κοντάρι στον ώμο του και με το παιδί κοντά του.Έμαθα με τον καιρό να ξέρω από πριν ποιος θα πηδήξει στην κατακόκκινη βαρκούλα ή στην άλλη τη μεγάλη, με τα πολλά κουπιά. Όταν ο ήλιος ήταν από πάνω μας , οι μαύροι ίσκιοι ξαναγύριζαν απ’ τη μεριά που φύγανε, πότε πιο γλήγορα και πότε σιγανά.

[...]Μα ύστερα με τον καιρό, φάνηκαν να κυλούν στη θάλασσα μεγάλοι βράχοι, που περπατούσαν απάνω της με την ίδια ευκολία που περπατούσα απάνω στο ξύλο μου εγώ, κι έβγαζαν κάτι μεγάλες στριγγλιές, πιο δυνατές κι απ’ τα κοράκια, κι ανοίγανε αυτοί οι βράχοι, κι έβγαιναν από μέσα άνθρωποι, κι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πια μαύρο σκούφο με φούντα, μα λογιών-λογιών τυλίγματα γύρω από το κορμί τους. Αυτά δεν τα ‘ξερα ακόμα. Κι οι βράχοι που περπατούσαν γινόντουσαν όλο και πιο μεγάλοι, όλο και πιο πολλοί, κι όλο και πιο πολλοί οι άνθρωποι που βγαίναν από μέσα τους, κι όσο κι αν γούρλωνα τα μάτια μου, δεν ήξερα πια να τους ξεχωρίσω, γιατί ποτές δεν είχαν τα ίδια σημάδια. [...]

(γράφει κι άλλα η Μέλπω σε τούτο το γραφτό (που μπορεί κανείς να το διαβάσει και στο Όρτσ’ αλα μπάντα) για όσα τρέχανε στο χτες των αρχών του αιώνα της κι όσα μαύρα μαντάτα τρέχουν στα σήμερα της δεκαετίας του 30. Με τον τρόπο της. Τον απόλυτο και τον παραμυθένιο… Κύλησαν από τότε χρόνια κι άλλα χρόνια. Ο λόγος της όμως στέκει ακαίριος. Σε κείνον ανατρέχω όπως και στου Καζαντζάκη: “εύρον πέτραν πρασίνην ωραιοτάτην”, συχνά. Ένας “ευλογημένος τόπος” για να χτίσεις τον μύλο σου, μια “πράσινη πέτρα” ικανή να σε σκανδαλίσει, να σε κρατήσει κοντά της.

[...] Μπήκα να ρωτήσω τη μάνα μου. Είπε πως όλα αυτά εκείνη τα ‘ξερε απ’ την εποχή που βρισκόταν μέσα σ’ ένα ωραίο σπίτ μιας μεγάλης πολιτείας. Μια μέρα ένας άνθρωπος την πήρε μαζί μ’ άλλα ξύλα και στο δρόμο που πήγαινε τον θυμόταν να λέει: “Πάω να φτιάξω το μύλο μου σ’ έναν ευλογημένο τόπο”.

Τότε λοιπόν εγώ σκέφτηκα πως είχα πολύ καλά κάνει που προτίμησα να βγω έξω, να βλέπω όλ’ αυτά που γινότανε απάνω στον ευλογημένο τόπο, παρά να κάθομαι μέσα και να τρώγω. Μα κοιτάζοντας τότε γύρω μου είδα πως από ‘κείνον τον καιρό που έφαγα καλά κι εφούσκωσα θα πέσει τώρα ο μύλος.

Βιάζομαι να προφτάσω να συμμαζέψω όλα τα πόδια μου, για να συρθώ ποιος ξέρει που αλλού.

Μέλπω προφητική, αφιερωμένη εξαιρετικά, σ’ όσους ακόμα συμπολίτες, μου ενός ακόμα και σήμερα “ευλογημένου τόπου”, διαθέτουν στοιχειώδη νου κι αγάπη για το νησί που υπήρξε “πέτρα πράσινη και ωραιότατη”.

*Μέλπως Αξιώτη: “Απ’ τα χτες ως τα σήμερα”

31 Δεκεμβρίου 1933, Μυκονιάτικα Χρονικά

Θέλω ένα σουβριάλι, καλαμένιο!

Να ‘ρθει με το καλό, να χουζουρέψει, ν’ αργήσει να φύγει κι όταν έρθει η ώρα να μας αφήσει, να ‘χουμε λόγους καλούς κι ευχάριστους για να το θυμόμαστε. To 2010!

Ο γητευτής του πελεκάνου

Στη φωτογραφία, ο Βασίλας.Γγνωστός και σαν λου λου λου λουμ! Κατά κόσμον Βασίλης Ρουσουνέλος. Τύπος της Μυκόνου, από κείνους που εκείνα τα χρόνια στόλιζαν την καθημερινότητά μας συμβάλοντας με  αγαθοσύνη, καλοσύνη και αλεγρία στην ψυχαγωγία μας, σε μια από τις καλύτερες στιγμές του, όταν μάγευε με το σουβριάλι του τον Πέτρο τον πελεκάνο. Ο Πέτρος είχε έναν έρωτα με τον Βασίλα, τον ακολουθούσε παντού. Αρκούσε ένα: Έλα Πέτλο, και στο λεπτό προσγειώνονταν στο κεφάλι του γητευτή του.

Μέρες του 1960 στη Μύκονο, ένα ξαραθύμιο.

Εύχομαι για όλους μας ετούτες οι Χρονιάρες Μέρες να σημάνουν Αλκυονίδες μέρες μακράς διαρκείας μ’ ευκρασία ψυχής κι ακράτεια έρωτα.

Αυτό το νησί λίγο λίγο με τρώει και πάω να του μοιάσω…*

Τα ζήλευα πάντα τα ταξίδια των ανθρώπων τ’ ανοιξιάτικα.

Τους βλέπω σαν περνούν από το νησί, τη χαρά που έχουν σαν λίγο αφεθούν ν’ απολαύσουν γύρω όσα συμβαίνουν.

simaia

Η Άνοιξη είναι επιλογή των διαβατάρικων πουλιών να ταξιδεύουν. Και των ανθρώπων των ελεύθερων εργασίας που απαξιούν την πεπατημένη του Αυγούστου.

pleontas-es-dilon-11

Έτσι όποτε μου είναι εύκολο το ελάχιστο που μπορώ, ένα ταξίδι απέναντι, στη Δήλο το γράφω στο φύλλο πορείας κι ας είναι ν’ αφήσω πίσω χίλιες έγνοιες.

pleontas-es-dilon

Φέτος συντροφιά μου η Μάρω, που άκουσε Δήλο και λαχτάρησε η καρδούλα της

kapetanissa-maro

κι ο Παπαδίτσας πάντα συνεπιβάτης στο ίδιο πλοιάριο της γραμμής που άλλοτε το λέγαν “Φρειδερίκη”, άλλοτε “Ήρα”, Νίκη, Orca, Μαργαρίτα ή Delos Express.

delos-express

“…Αυτό το νησί σου λέω λίγο – λίγο με τρώει και πάω να του μοιάσω

ακόμα και στη συκιά του και στη μινώα του κρήνη

symfonia-se-mov-me-kokkino

και στο νερόφιδό του

και στο πηγάδι

Κι εδώ τ’ άλλο βήμα πάνω απ’ τη δίψα

anthi-tis-petras

πλάι στο φηφιδωτό του κορμί

πωρόλιθος φρενιάζω στις δώδεκα

o-lefkios

πωρόλιθος από μέσα κι απ’ έξω

Εδώ είμαι πανέξυπνος εμπρός στο αγκάθι

korkodilos

έχω μάτι που θα πολεμήσει με το φίδι όλη τη μέρα

agrioloulouda-sti-dilo

έχω χέρι πάμφωτο από το χορτάρι

έχω φωνή που την ακούνε τα αδιόρατα αυτιά

podia

έχω ποδάρια αραχνιασμένα απ’ τα φαράγγια του Άδη

skyvontas-gia-aporixia

έχω ορμόνες άγριες

κι ο ουρανός μου αποροφάει την τρέλα και μου δίνει αιθάλη

piratofaga-dilianopoula-se-ora-epithesis

Και τι δεν έχω

μες στη θαλασσοφάγωτη ζωή μου

marmara-sto-limani-tis-dilou

όταν συντροφεύω τον ίσκιο

απ’ το πρωί εδώ αιώνες

marmarinoi-kiones-sti-dilo

με καρφωμένα στα μάρμαρα χέρια”

*Δ.Π. Παπαδίτσα, “Γραφτό στη Δήλο” από την “Ασώματη”

Σάλπαρα Κυριακή πρωί κι αν ήταν να μην επιστρέψω θα έμενα εκεί…

Την Άνοιξη είναι ωραίο να ταξιδεύεις.

Μύκονος του ύψους και του βάθους

Το καλοκαίρι οι εκτός Μυκόνου μένουν με την εντύπωση πως σε τούτο τον τόπο κατοικούν τα πλέον αλλοτριωμένα άτομα του σύμπαντος κόσμου. Και βέβαια εμείς την αλλοτρίωση την αισθανόμαστε στο πετσί μας αλλά είναι φορές, όταν “μας την λένε”, που θέλουμε να απαντήσουμε λέγοντας: άκου ποιος μιλάει! Γιατί διαφεύγει πάντα των κακόβουλων κριτών, πως δεν είναι το νησί μας παρά ένας μικρός τόπος που δέχτηκε τα τελευταία χρόνια μια από τις μεγαλύτερες πιέσεις που θα μπορούσε ποτέ μια κοινωνία να φανταστεί και πολύ περισσότερο να αντέξει.

Το πως αντέξαμε, αν αντέξαμε, το πως αντεπεξερχόμαστε, το πως πορευόμαστε, το γνωρίζουμε καλά. Μερικοί μάλιστα το γνωρίζουμε καλύτερα κι άλλη έγνοια δεν έχουμε από το να κυλάει η ζωή και η καθημερινότητά μας στους κανονικούς ρυθμούς και στα μέτρα μας τα ανθρώπινα.

trikyklo11 http//eyecons.wordpress.com/

              Νέες και εντυπωσιακές αφίξεις στην μπλογκόσφαιρα. 

                          Το τρίκυκλο από: http://eyecons.wordpress.com/

Αντιγράφω από Δελτίο Τύπου του Συλλόγου Γυναικών Μυκόνου:

“…Από μια άλλη άποψη, η παρουσίαση της Μυκόνου και ως τόπου που προσφέρθηκε και συνεχίζει να προσφέρεται για επιστημονική μελέτη την καθιστά ορατή στα μάτια των ντόπιων και μη με έναν διαφορετικό τρόπο. Όχι μόνο ως μια περιοχή τουριστική, παραβατική που τη χαρακτηρίζει το αγοραίο-κερδοφόρο life style , αλλα ως εναν τόπο που διαθέτει πολλές ταυτότητες και αρκετές δυνατότητες για ουσιαστικό αυτοπροσδιορισμό και επανατοποθέτηση ως προς τα επίμαχα ερωτήματα «ποιοί είμαστε» και «σε ποιόν δρόμο θέλουμε να βαδίσουμε»…”

diimerida-syll-gynaikwn

Γι ακόμα μια φορά μας ξαφνιάζει ευχάριστα ο Πολιτιστικός-Λαογραφικός Σύλλογος Γυναικών Μυκόνου με τη διοργάνωση διημερίδας με θέμα τις μελέτες και τις έρευνες που έχουν γίνει για τη Μύκονο από τις κοινωνικές/ανθρωπιστικές επιστήμες με έμφαση κυρίως στην ιστορία, κοινωνιολογία, κοινωνική ανθρωπολογία, στην αρχαιολογία και στην αρχιτεκτονική.

Όλο το πρόγραμμα της πολύ σημαντικής αυτής διημερίδας θα το βρείτε  εδώ σε pdf (κάντε κλικ!)

~

Σημείωση: Το STAR CHANNEL θα απουσιάζει καθότι βρίσκεται σε χειμερία νάρκη!

 

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 43 other followers