Στις ανταλλαγές υπηρεσιών και προϊόντων
-σου δίνω φασόλια, μου δίνεις πατάτες,
μου παρέχεις φαγητό και στέγη, σου δίνω τη ζωγραφική ή τη μαγειρική μου -
το χρήμα μερικώς αντικαθίσταται ή παρακάμπτεται.
Εικονογράφηση H2 Concept
Μαθαίνω για διαδικασίες που ενώνουν ομάδες πολιτών χάριν μιας άλλου τύπου συναλλακτικής συνήθειας. Η ανάγκη τέχνας κατεργάζεται. Καθώς η κρίση δεν έχει πατρίδα, ένας δεύτερης γενιάς Έλληνας της Αμερικής, συνδέει μια παρέα ελεύθερων επαγγελματιών, με έναν βιοκαλλιεργητή, μια άνεργη μαγείρισσα κι ένα ξενοίκιαστο διαμέρισμα. Ο Peter Kousathanas, μου εξηγεί πως μπήκε μέσα του το σπέρμα αμφισβήτησης μιας διαδικασίας που του φάνηκε άδικη: «Κατά μέσον όρο σε κάθε city block πολυκατοικιών στο Σικάγο έχουμε 120 κουζίνες για 500 άτομα. Πολλές κουζίνες παραμένουν ανενεργές αφού γυναίκες και άντρες είναι στη δουλειά και δεν έχουν ελεύθερο χρόνο. Αναγκαστικά τρώνε έξω, τρώνε πρόχειρα. Είναι ωραίο να τρως έξω. Στην Αμερική όμως το φαγητό είναι “πλούσιο”, δεν τρώμε σωστά κι έχουμε προβλήματα παχυσαρκίας».
Ο Peter έφτιαξε μια ομάδα 10 ατόμων, 14 μαζί με τα ανήλικα παιδιά τους. Όλοι είχαν την επιθυμία και την ανάγκη να τρέφονται καλά, υγιεινά, οικονομικά και καθημερινά. Αποφάσισαν να απαλλαγούν από το διαρκές άγχος του τι θα φάνε ή τι θα μαγειρέψουνε και πρότειναν σε μια μαγείρισσα να τους αναλάβει, με το αζημίωτο. Όπερ και εγένετο. Έτσι ο Peter, o αδελφός του, ένας Έλληνας φίλος, μια διατροφολόγος, μια πενταμελής οικογένεια, ένα φιλικό ζευγάρι με δυο παιδιά, και μια μαγείρισσα, μοιράζουν τη ζωή τους γύρω από ένα τραπέζι. Μεσημέρι – βράδυ, κάθε μέρα εκτός Σαββάτου και Κυριακής. Η πενταμελής οικογένεια προσφέρει την άνετη κουζίνα και την τραπεζαρία της, όπου οι συνδαιτυμόνες απολαμβάνουν συνθήκες «πολιτισμένης αρχοντιάς». Ο Peter διέθεσε ένα δικό του διαμέρισμα για τη διαμονή της μαγείρισσας. Οι προμήθειες των προϊόντων –πάντα εποχιακά και κατά 90% βιολογικά, κανονίζονται με τιμές συμφέρουσες στη βάση της χονδρικής. Ο κύριος προμηθευτής τους «Τζίμυ ο κηπουρός», κάποτε αφαίρεσε το γκαζόν μπροστά στο σπίτι του και καλλιέργησε λαχανικά κι όταν πήγε καλά έκανε το ίδιο με την πίσω αυλή, με την αυλή της μάνας του κι εκείνη του γείτονα. Σήμερα διαθέτει την παραγωγή του σαν βιοκαλλιεργητής σε πελάτες που τον στηρίζουν μέσω του CSA -ενός δικτύου κοινωνικά υποστηριζόμενης γεωργικής παραγωγής.
Η ομάδα είναι ενθουσιασμένη. Πέρα από την επαφή και την κοινωνικότητα, εργένηδες και οικογένειες απέκτησαν ελεύθερο χρόνο, καλή υγεία και οικονομία σε σχέση με την ποιότητα διατροφής τους.
Δαπανάμε χρόνο και εισόδημα, αλλά λείπει η χαρά όταν διακονούμε τακτικά ή περιστασιακά την μαγειρική. Εργαλεία, γκατζετάκια και σερβίτσια, στολίσματα του τραπεζιού, που δεν χρησιμοποιούμε, στοιβάζονται στο περίφημο συρτάρι του Τζούλιαν Μπαρνς (βλ. Ο διανοούμενος στην κουζίνα) και σε ντουλάπια, για να ξεχάσουμε στη συνέχεια την ύπαρξή τους μέσα στο χάος.
Κρατώ την τελευταία κουβέντα του Peter: «Ακολουθούμε μακροβιοτική διατροφή, χωρίς ζάχαρη, σόγια, γλουτένη, γαλακτοκομικά. Και το καλύτερο; Πληρώνουμε τιμή fast food ή junk food κι απολαμβάνουμε ποιότητα slow food, πολιτισμένα και σπιτικά».
Εικονογράφηση H2 Concept
Στις ανταλλαγές υπηρεσιών και προϊόντων -σου δίνω φασόλια, μου δίνεις πατάτες, σου προσφέρω νομική στήριξη, παίρνω χοιρινές λιχουδιές και φρέσκα αβγά, μου παρέχεις φαγητό και στέγη, σου δίνω τη ζωγραφική ή τη μαγειρική μου – το χρήμα μερικώς αντικαθίσταται ή παρακάμπτεται. Καθώς τα πράγματα αλλάζουν δραματικά ή ελπιδοφόρα, ας σταθούμε στα τελευταία. Ας αναζητήσουμε λιμάνια στα φουρτουνιασμένα πελάγη της καθημερινότητας υποσκάπτοντας τα θεμέλια της γκρίνιας μέσα στην κρίση.
Ρουσουνέλος Δημήτρης
*Δημοσιεύτηκε στο Βήμα Gourmet τεύχος Ιανουαρίου 2012
Filed under: food,περιοδικά,ΒΗΜΑ Gourmet,άρθρο,κοινωνία,μαγειρική | Ετικέτα: C.S.A.,Chicago,fast food,Αμερική,Τζούλιαν Μπαρνς,οικονομική κρίση,junk food,Peter Kousathanas | 2 σχόλια »














































